Το ψηφοδέλτιο Επικρατείας της Νέας Δημοκρατίας αρχίζει να γεμίζει με γνωστά ονόματα, κυβερνητικά στελέχη και πρόσωπα με μακρά πολιτική διαδρομή. Το ερώτημα, όμως, δεν είναι πόσοι επιθυμούν να βρεθούν σε μια εκλόγιμη θέση. Είναι αν κάποιος από αυτούς μπορεί πραγματικά να δημιουργήσει νέα εκλογική δυναμική για τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Και μέχρι στιγμής, η απάντηση μόνο αυτονόητη δεν είναι.
Μπορεί οι εθνικές εκλογές να τοποθετούνται την άνοιξη του 2027, όμως στο παρασκήνιο της Νέας Δημοκρατίας η συζήτηση για το ψηφοδέλτιο Επικρατείας βρίσκεται ήδη σε πλήρη εξέλιξη.
Τα ονόματα διαδέχονται το ένα το άλλο, οι ενδιαφερόμενοι πληθαίνουν και ο Κυριάκος Μητσοτάκης καλείται να αποφασίσει ποια πρόσωπα θα τοποθετήσει στις πρώτες θέσεις της λίστας.
Μόνο που υπάρχει ένα σοβαρό πολιτικό ζήτημα.
Άλλο πράγμα είναι να συγκροτείς ένα ψηφοδέλτιο με γνωστά στελέχη και άλλο να επιλέγεις ανθρώπους που μπορούν να προσελκύσουν ψηφοφόρους οι οποίοι σήμερα δεν επιλέγουν τη Νέα Δημοκρατία.
Και από τα ονόματα που ακούγονται, δεν είναι καθόλου σαφές ποιο θα μπορούσε να πετύχει το δεύτερο.
Πολλά γνωστά πρόσωπα, αλλά πού είναι η εκλογική προστιθέμενη αξία;
Ο Γιώργος Μυλωνάκης, ο Κωνσταντίνος Φλώρος και ο Νικήτας Κακλαμάνης συγκαταλέγονται στα πρόσωπα που εμφανίζονται στα σχετικά σενάρια.
Ο πρώτος αποτελεί μέρος του στενού κυβερνητικού περιβάλλοντος του πρωθυπουργού. Ο δεύτερος προέρχεται από την ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων και μπορεί να συνδεθεί με ένα πιο συντηρητικό ακροατήριο. Ο τρίτος διαθέτει πολυετή κομματική και κοινοβουλευτική παρουσία.
Πρόκειται για πρόσωπα με διαφορετικά χαρακτηριστικά και αναμφισβήτητη αναγνωρισιμότητα στους αντίστοιχους χώρους τους.
Αλλά εδώ βρίσκεται το ερώτημα.
Πόσοι πολίτες που έχουν απομακρυνθεί από τη Νέα Δημοκρατία θα αποφάσιζαν να επιστρέψουν εξαιτίας μιας τέτοιας υποψηφιότητας;
Ο Μυλωνάκης συνδέεται ήδη με την κυβερνητική εξουσία. Ο Κακλαμάνης είναι γνωστός εδώ και δεκαετίες στο παραδοσιακό ακροατήριο της παράταξης. Ο Φλώρος θα μπορούσε να απευθυνθεί σε συγκεκριμένα τμήματα του εκλογικού σώματος, αλλά παραμένει ανοιχτό αν η παρουσία του θα είχε ευρύτερη πολιτική απήχηση.
Με άλλα λόγια, οι συγκεκριμένες επιλογές μπορεί να εξυπηρετούν εσωκομματικές ισορροπίες ή να δίνουν ένα συγκεκριμένο πολιτικό στίγμα. Δεν αποδεικνύεται, όμως, ότι μπορούν να διευρύνουν ουσιαστικά την εκλογική βάση.
Σχοινάς, Παπασταύρου, Ρουσόπουλος και Σκέρτσος: Η ίδια δύσκολη εξίσωση
Στη συζήτηση βρίσκονται επίσης ο Μαργαρίτης Σχοινάς, ο Σταύρος Παπασταύρου, ο Θεόδωρος Ρουσόπουλος και ο Άκης Σκέρτσος.
Ο Σχοινάς διαθέτει ευρωπαϊκή εμπειρία και ένα πιο τεχνοκρατικό προφίλ. Ο Παπασταύρου έχει κυβερνητική παρουσία και σχέσεις με την κομματική βάση. Ο Ρουσόπουλος αποτελεί πρόσωπο με μεγάλη πολιτική διαδρομή, ενώ ο Σκέρτσος είναι στενά συνδεδεμένος με το σημερινό κυβερνητικό σχήμα.
Και πάλι, όμως, η συζήτηση επιστρέφει στο ίδιο σημείο.
Η πολιτική εμπειρία είναι ένα προσόν. Η πρόσβαση στο κυβερνητικό κέντρο είναι επίσης ένα χαρακτηριστικό. Όμως κανένα από τα δύο δεν εγγυάται εκλογική απήχηση.
Ο Ρουσόπουλος δεν είναι ένα νέο πρόσωπο για την ελληνική κοινωνία. Ο Σκέρτσος έχει ταυτιστεί με την κυβερνητική πολιτική, επομένως είναι δύσκολο να παρουσιαστεί ως επιλογή ουσιαστικής ανανέωσης. Ο Παπασταύρου διαθέτει πολιτικές διασυνδέσεις, αλλά η απήχησή του σε ένα ευρύτερο εκλογικό ακροατήριο δεν έχει δοκιμαστεί με τον ίδιο τρόπο που δοκιμάζεται ένας υποψήφιος με σταυρό.
Ακόμη και η περίπτωση Σχοινά, με το ευρωπαϊκό της αποτύπωμα, αφήνει αναπάντητο το ερώτημα πόσο μπορεί να επηρεάσει την επιλογή ενός ψηφοφόρου.
Το πρόβλημα για τον Μητσοτάκη δεν είναι ότι δεν βρίσκει έμπειρους ανθρώπους. Είναι ότι η εμπειρία αυτών των ανθρώπων δεν μεταφράζεται υποχρεωτικά σε νέες ψήφους.
Ο Νίκος Αλιάγας είναι μια διαφορετική περίπτωση
Ανάμεσα στα ονόματα που έχουν ακουστεί, εκείνο του Νίκου Αλιάγα παρουσιάζει διαφορετικά χαρακτηριστικά.
Ο γνωστός παρουσιαστής έχει χτίσει μια επιτυχημένη επαγγελματική διαδρομή στη Γαλλία και διατηρεί ισχυρούς δεσμούς με την Ελλάδα και τον απόδημο Ελληνισμό.
Δεν προέρχεται από το κομματικό στελεχικό δυναμικό, ούτε έχει συνδεθεί με τη διαχείριση της κυβερνητικής καθημερινότητας.
Από αυτή την άποψη, μια ενδεχόμενη υποψηφιότητά του θα μπορούσε να σηματοδοτήσει ένα άνοιγμα πέρα από τα συνηθισμένα πρόσωπα της πολιτικής.
Ωστόσο, η συμμετοχή του δεν είναι επιβεβαιωμένη.
Και ακόμη κι αν τελικά αποδεχόταν μια θέση στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας, θα παρέμενε το ερώτημα αν η δημοφιλία ενός τηλεοπτικού προσώπου μπορεί να μετατραπεί σε πολιτική υποστήριξη.
Η αναγνωρισιμότητα από μόνη της δεν ισοδυναμεί με εκλογική επιρροή.
Και οι γυναίκες; Πού βρίσκονται στον σχεδιασμό;
Ένα ακόμη χαρακτηριστικό των ονομάτων που συζητούνται είναι η περιορισμένη γυναικεία παρουσία.
Η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται σχεδόν αποκλειστικά γύρω από άνδρες που έχουν ήδη διαγράψει πορεία στην πολιτική, στη δημόσια διοίκηση ή σε άλλους θεσμούς.
Αυτό δημιουργεί ένα επιπλέον ερώτημα για το πολιτικό μήνυμα που θα επιχειρήσει να στείλει ο πρωθυπουργός με την τελική σύνθεση.
Αν ο στόχος είναι η ανανέωση και η εκπροσώπηση ευρύτερων κοινωνικών ομάδων, τότε η επιλογή γυναικών σε πραγματικά εκλόγιμες θέσεις αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Το δεύτερο πρόβλημα: Μπορεί να μην υπάρχουν αρκετές εκλόγιμες θέσεις
Πέρα από την απήχηση των υποψηφίων, υπάρχει και η αριθμητική των εκλογών.
Το 2023, με το υψηλό ποσοστό που συγκέντρωσε η Νέα Δημοκρατία, το κόμμα εξέλεξε έξι βουλευτές Επικρατείας.
Αν στις επόμενες εκλογές το ποσοστό της είναι αισθητά χαμηλότερο, ο αριθμός των εδρών που θα της αναλογούν ενδέχεται επίσης να περιοριστεί.
Σε ένα υποθετικό σενάριο εκλογικής επίδοσης κάτω από το 28%, οι διαθέσιμες θέσεις θα μπορούσαν να είναι λιγότερες από εκείνες του 2023, ανάλογα πάντοτε με τη συνολική κατανομή των ψήφων και των εδρών.
Επομένως, ακόμη και αν τα ονόματα που συζητούνται είναι πολλά, δεν σημαίνει ότι όλοι θα μπορέσουν να εξασφαλίσουν μια εκλόγιμη θέση.
Κάποιοι θα χρειαστεί να τοποθετηθούν χαμηλότερα στη λίστα και κάποιοι ενδεχομένως να μείνουν εκτός.
Αυτή είναι η μία πλευρά της δυσκολίας για τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Η άλλη, όμως, είναι πολύ πιο ουσιαστική.
Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι ποιοι θα μπουν, αλλά τι θα προσθέσουν
Το ψηφοδέλτιο Επικρατείας δεν είναι απλώς ένας κατάλογος πολιτικών στελεχών που αναζητούν κοινοβουλευτική παρουσία χωρίς σταυρό προτίμησης.
Είναι και ένα πολιτικό μήνυμα προς την κοινωνία.
Ο πρωθυπουργός μπορεί να επιλέξει έμπειρους συνεργάτες, πρόσωπα με θεσμική παρουσία, στελέχη που γνωρίζουν τον κυβερνητικό μηχανισμό και προσωπικότητες με αναγνωρισιμότητα.
Όμως το κρίσιμο ερώτημα παραμένει:
Ποιο από αυτά τα πρόσωπα μπορεί να κάνει έναν πολίτη που σήμερα δεν στηρίζει τη Νέα Δημοκρατία να επανεξετάσει την επιλογή του;
Αυτό δεν απαντάται με την παράθεση βιογραφικών ούτε με τον αριθμό των υπουργικών ή θεσμικών θέσεων που έχει καταλάβει κάποιος.
Απαντάται με την πραγματική σχέση που έχει ένα πρόσωπο με την κοινωνία και με το αν μπορεί να εκφράσει κάτι πέρα από την ήδη γνωστή κυβερνητική εικόνα.
Μέχρι στιγμής, από τα ονόματα που κυκλοφορούν, δεν διακρίνεται κάποια αυτονόητη επιλογή που να απαντά σε αυτή την ανάγκη.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη πολιτική δυσκολία για τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Να μη μετατραπεί το Επικρατείας σε μια λίστα τακτοποίησης γνωστών προσώπων, αλλά να αποκτήσει πολιτικό περιεχόμενο που να απευθύνεται και πέρα από τα όρια της σημερινής εκλογικής βάσης της Νέας Δημοκρατίας.
Γιατί τελικά, το ζητούμενο δεν είναι πόσοι θέλουν να μπουν στο ψηφοδέλτιο.
Είναι πόσους νέους ψηφοφόρους μπορεί να πείσει το ψηφοδέλτιο να στηρίξουν τη Νέα Δημοκρατία. Και σε αυτό το ερώτημα, προς το παρόν, δεν υπάρχει ξεκάθαρη απάντηση.



