Ο Άκης Σκέρτσος αποφάσισε να υπενθυμίσει στους πολίτες ότι πρέπει να έχουν μνήμη. Και επέλεξε να το κάνει επιτιθέμενος στον Αλέξη Τσίπρα για τις αλλαγές στον Ποινικό Κώδικα το 2019. Μόνο που η μνήμη, όταν επιστρατεύεται στον δημόσιο διάλογο, δεν μπορεί να λειτουργεί επιλεκτικά. Ούτε η νομιμότητα μπορεί να μετριέται αποκλειστικά με το πόσα χρόνια φυλάκισης προβλέπει ένας νόμος.
Ο υπουργός Επικρατείας κατηγορεί τον πρώην πρωθυπουργό ότι αντιμετωπίζει τους πολίτες σαν «λωτοφάγους», επειδή επικαλείται τη νομιμότητα παρά τις αλλαγές που έγιναν επί διακυβέρνησής του στο ποινικό δίκαιο.
Παραθέτει μια σειρά εγκλημάτων, υποστηρίζει ότι ορισμένες μορφές τους αντιμετωπίστηκαν με μεγαλύτερη επιείκεια και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η κυβέρνηση Τσίπρα δεν στάθηκε πραγματικά στο πλευρό των θυμάτων.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημα της επιχειρηματολογίας του.
Από την κριτική σε συγκεκριμένες νομοθετικές διατάξεις περνά στην απόδοση πολιτικών και ηθικών προθέσεων. Από τις αλλαγές στις ποινές καταλήγει στο συμπέρασμα ότι μια κυβέρνηση «χάιδευε» εγκληματίες.
Αλλά αυτό δεν είναι νομική τεκμηρίωση. Είναι πολιτική ερμηνεία.
Πρώτα η αλήθεια: Ο Ποινικός Κώδικας του 2019 είχε προβληματικές αλλαγές
Δεν υπάρχει λόγος να ωραιοποιηθεί η πραγματικότητα.
Ο Ποινικός Κώδικας του 2019 περιλάμβανε αλλαγές που προκάλεσαν σοβαρές αντιδράσεις. Ορισμένες ευνοϊκότερες ρυθμίσεις σε οικονομικά εγκλήματα και αδικήματα διαφθοράς επικρίθηκαν έντονα και τροποποιήθηκαν στη συνέχεια.
Η μεταχείριση της ενεργητικής δωροδοκίας αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας νομοθετικής επιλογής που δικαιολογημένα βρέθηκε στο επίκεντρο της κριτικής.
Επομένως, ο κ. Σκέρτσος δεν επινοεί από το μηδέν όλα τα ζητήματα που θέτει.
Όμως άλλο πράγμα είναι να αναγνωρίζουμε ότι μια ποινική μεταρρύθμιση είχε αστοχίες και άλλο να συμπεραίνουμε ότι όσοι την ψήφισαν επιθυμούσαν την προστασία εγκληματικών οργανώσεων.
Μια τέτοια κατηγορία χρειάζεται πολύ περισσότερη τεκμηρίωση από μια απαρίθμηση ποινικών διατάξεων.
Το πρώτο πρόβλημα: Οι αριθμοί και οι χαρακτηρισμοί δεν αρκούν
Ο υπουργός αναφέρεται σε «10 εγκληματικές πράξεις» που, κατά την παρουσίασή του, μετατράπηκαν από κακουργήματα σε πλημμελήματα.
Ωστόσο, η ίδια η ανάρτησή του απαριθμεί εννέα κατηγορίες.
Το σημαντικότερο, όμως, δεν είναι αυτό το αριθμητικό λάθος.
Είναι ότι διαφορετικά εγκλήματα, με διαφορετικές μορφές τέλεσης και διαφορετικές επιβαρυντικές περιστάσεις, παρουσιάζονται σαν να υπέστησαν όλα την ίδια ακριβώς νομοθετική μεταβολή.
Στο ποινικό δίκαιο, όμως, οι λεπτομέρειες δεν είναι δευτερεύουσες.
Άλλο η βασική μορφή ενός αδικήματος και άλλο η διακεκριμένη μορφή του. Άλλο η μείωση του ανώτατου ορίου ποινής και άλλο η μετατροπή ενός κακουργήματος σε πλημμέλημα.
Και άλλο η ποινική μεταχείριση μιας συγκεκριμένης πράξης και άλλο η συνολική αντιμετώπιση ενός εγκλήματος.
Η δημόσια συζήτηση για τη δικαιοσύνη απαιτεί αυτή τη διάκριση.
Η αναφορά στα παιδιά χρειάζεται ιδιαίτερη ακρίβεια
Ο κ. Σκέρτσος επικαλείται, μεταξύ άλλων, τη γενετήσια πράξη με παιδί 14 ετών έναντι αμοιβής.
Εδώ υπάρχει μια ουσιώδης διάκριση που δεν μπορεί να παραλείπεται.
Στο αρχικό άρθρο 351Α του Ποινικού Κώδικα του 2019, για ανήλικο που είχε συμπληρώσει τα 12 αλλά όχι τα 15 έτη, η συγκεκριμένη πράξη προβλεπόταν να τιμωρείται με κάθειρξη και χρηματική ποινή.
Δηλαδή, για παιδί 14 ετών η διάταξη προέβλεπε κακουργηματική μεταχείριση.
Η πλημμεληματική μορφή αφορούσε διαφορετική ηλικιακή κατηγορία, συγκεκριμένα ανηλίκους που είχαν συμπληρώσει τα 15 έτη.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε ρύθμιση του 2019 ήταν ορθή ή ότι δεν υπήρχαν περιθώρια αυστηρότερης προστασίας των ανηλίκων.
Σημαίνει, όμως, ότι όταν γίνεται δημόσια συζήτηση για τόσο σοβαρά εγκλήματα, η ακριβής ηλικία του θύματος και η συγκεκριμένη διάταξη έχουν καθοριστική σημασία.
Η προστασία των παιδιών δεν ενισχύεται με γενικεύσεις. Ενισχύεται με ακριβή νομοθεσία, αποτελεσματική διερεύνηση και ουσιαστική απονομή δικαιοσύνης.
Δεύτερο πρόβλημα: Από πότε η αυστηρότερη ποινή αποτελεί απόδειξη αποτελεσματικότητας;
Ας δεχθούμε ότι η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας αυστηροποίησε σημαντικές διατάξεις του Ποινικού Κώδικα.
Αυτό αποτελεί συγκεκριμένη νομοθετική επιλογή, η οποία μπορεί να αξιολογηθεί και να συγκριθεί με τις προηγούμενες.
Αρκεί, όμως, η αύξηση μιας ποινής για να αποδείξει ότι οι πολίτες προστατεύονται καλύτερα;
Η απάντηση δεν είναι αυτονόητη.
Για να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητα της ποινικής πολιτικής χρειάζεται να εξεταστούν και άλλα δεδομένα.
Πόσα εγκλήματα εξιχνιάζονται; Πόσο γρήγορα φτάνουν οι υποθέσεις στα δικαστήρια; Πόσο συχνά επιτυγχάνεται η προστασία των θυμάτων; Πώς λειτουργούν οι μηχανισμοί πρόληψης; Ποια είναι η πραγματική εφαρμογή των ποινών;
Η αυστηροποίηση μπορεί να αποτελεί ένα εργαλείο της ποινικής πολιτικής.
Δεν είναι, όμως, από μόνη της πλήρης απόδειξη ότι ένα σύστημα δικαιοσύνης λειτουργεί καλύτερα.
Αν ήταν τόσο απλό, κάθε κυβέρνηση θα μπορούσε να ανακοινώνει μεγαλύτερες ποινές και να παρουσιάζει το πρόβλημα της εγκληματικότητας ως λυμένο.
Τρίτο πρόβλημα: Η νομιμότητα δεν αρχίζει και δεν τελειώνει στον Ποινικό Κώδικα
Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη αδυναμία της παρέμβασης Σκέρτσου.
Ο υπουργός επιχειρεί να απαντήσει στις αναφορές του Αλέξη Τσίπρα περί νομιμότητας μεταφέροντας ολόκληρη τη συζήτηση στον Ποινικό Κώδικα του 2019.
Όμως η νομιμότητα σε ένα κράτος δικαίου δεν περιορίζεται στην αυστηρότητα των ποινών.
Περιλαμβάνει τον σεβασμό στο Σύνταγμα, τη λειτουργία των ανεξάρτητων αρχών, τη διαφάνεια στη δημόσια διοίκηση, τη λογοδοσία των κυβερνητικών στελεχών και τη δυνατότητα των θεσμών να ελέγχουν αποτελεσματικά την εκτελεστική εξουσία.
Επομένως, η επίκληση του Ποινικού Κώδικα του 2019 δεν απαλλάσσει τη σημερινή κυβέρνηση από την υποχρέωση να απαντά για τη δική της θεσμική λειτουργία.
Οι υποθέσεις των υποκλοπών, οι χειρισμοί γύρω από την τραγωδία των Τεμπών και τα ερωτήματα για τη λειτουργία των μηχανισμών ελέγχου του κράτους δεν παύουν να αποτελούν αντικείμενο δημόσιας λογοδοσίας επειδή ο ΣΥΡΙΖΑ είχε ψηφίσει προβληματικές ποινικές διατάξεις.
Κάθε υπόθεση έχει τα δικά της πραγματικά περιστατικά, τις δικές της ευθύνες και τη δική της δικαστική πορεία.
Αλλά όλες εντάσσονται στη μεγάλη συζήτηση για τη σχέση εξουσίας, νομιμότητας και θεσμικού ελέγχου.
Δεν μπορεί μια κυβέρνηση να απαιτεί να κρίνεται η προηγούμενη από τα πεπραγμένα της και η ίδια να θεωρεί ότι αρκεί η σύγκριση με το παρελθόν για να αποφύγει τα σημερινά ερωτήματα.
Τέταρτο πρόβλημα: Η προστασία των θυμάτων δεν είναι κομματικό πιστοποιητικό
Ο Άκης Σκέρτσος θέτει το ερώτημα ποιος βρίσκεται πραγματικά δίπλα στα θύματα και ποιος «χαϊδεύει» τους θύτες.
Πρόκειται για μια εξαιρετικά βαριά πολιτική κατηγορία.
Η προστασία των θυμάτων εγκληματικών πράξεων δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως μέσο απόδοσης συλλογικής ηθικής ενοχής στους πολιτικούς αντιπάλους.
Η ποιότητα ενός συστήματος προστασίας κρίνεται από το εάν τα θύματα έχουν πρόσβαση στη δικαιοσύνη, εάν λαμβάνουν έγκαιρη υποστήριξη, εάν προστατεύονται από επαναλαμβανόμενη κακοποίηση και εάν οι καταγγελίες τους διερευνώνται αποτελεσματικά.
Αυτά είναι τα ουσιαστικά κριτήρια.
Όχι ποιος θα καταφέρει να εμφανίσει τον πολιτικό του αντίπαλο ως περισσότερο ανεκτικό απέναντι στο έγκλημα.
Η σοβαρότητα των εγκλημάτων που επικαλείται ο υπουργός απαιτεί αντίστοιχη σοβαρότητα και στην πολιτική αντιπαράθεση.
Πέμπτο πρόβλημα: Το 2019 δεν μπορεί να αποτελεί μόνιμο άλλοθι για το 2026
Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας βρίσκεται στην εξουσία από τον Ιούλιο του 2019.
Έχει συνεπώς διανύσει περισσότερα από επτά χρόνια διακυβέρνησης, στη διάρκεια των οποίων είχε τη δυνατότητα να τροποποιήσει το ποινικό πλαίσιο, να ενισχύσει τη δικαιοσύνη και να εφαρμόσει τη δική της πολιτική ασφάλειας.
Μάλιστα, ο ίδιος ο κ. Σκέρτσος υπογραμμίζει ότι οι υπουργοί Δικαιοσύνης Κώστας Τσιάρας και Γιώργος Φλωρίδης προχώρησαν σε αυστηροποίηση των επίμαχων διατάξεων.
Αυτό σημαίνει ότι η σημερινή κυβέρνηση δεν μπορεί να παρουσιάζεται διαρκώς ως παρατηρητής των επιλογών του 2019.
Έχει πλέον τη δική της νομοθεσία, τη δική της διοικητική ευθύνη και τα δικά της αποτελέσματα προς αξιολόγηση.
Επομένως, το ερώτημα δεν είναι μόνο τι έκανε ο Τσίπρας το 2019.
Είναι και τι έχει επιτύχει η κυβέρνηση Μητσοτάκη έως το 2026.
Πόσο έχει βελτιωθεί η ταχύτητα απονομής της δικαιοσύνης; Πόσο αποτελεσματικότερη είναι η προστασία των θυμάτων; Ποια είναι τα μετρήσιμα αποτελέσματα της αυστηροποίησης των ποινών;
Αυτή είναι η συζήτηση που οφείλει να γίνει.
Κύριε Σκέρτσο, η μνήμη δεν λειτουργεί μόνο προς μία κατεύθυνση
Ο υπουργός Επικρατείας έχει κάθε δικαίωμα να ασκεί αυστηρή κριτική στον Αλέξη Τσίπρα.
Έχει επίσης κάθε δικαίωμα να υπερασπίζεται τις αλλαγές που προώθησε η κυβέρνηση Μητσοτάκη στο ποινικό δίκαιο.
Δεν μπορεί, όμως, να παρουσιάζει την πολιτική αντιπαράθεση ως μια απλή επιλογή ανάμεσα σε εκείνους που προστατεύουν τα θύματα και εκείνους που προστατεύουν τους θύτες.
Η πραγματικότητα είναι περισσότερο σύνθετη.
Ο Ποινικός Κώδικας του 2019 μπορεί να κριθεί αυστηρά για συγκεκριμένες επιλογές του. Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας μπορεί επίσης να κριθεί για την αποτελεσματικότητα των δικών της παρεμβάσεων.
Και ο Αλέξης Τσίπρας μπορεί να ερωτηθεί για τις αποφάσεις της κυβέρνησής του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι χάνει το δικαίωμα να ασκεί κριτική στη σημερινή εξουσία.
Η νομιμότητα δεν είναι προνόμιο καμίας κυβέρνησης. Και η πολιτική μνήμη δεν μπορεί να ενεργοποιείται μόνο όταν εξυπηρετεί εκείνον που κρατά το μικρόφωνο.
Αν, λοιπόν, ο Άκης Σκέρτσος θέλει πραγματικά να μιλήσουμε με πεπραγμένα, ας γίνει η συζήτηση για όλα τα πεπραγμένα.
Για το 2019, αλλά και για το 2026.
Για τις ποινές που άλλαξαν, αλλά και για τους θεσμούς που οφείλουν να λειτουργούν.
Για τις νομοθετικές αστοχίες του χθες, αλλά και για τη λογοδοσία του σήμερα.
Διότι «λωτοφάγοι» δεν είναι μόνο όσοι ξεχνούν το παρελθόν. Είναι και όσοι καλούνται να ξεχάσουν το παρόν.



