Μητσοτάκης και ΦΠΑ: Το 2025 τη μείωση την «έτρωγε» ο έμπορος – Το 2026 πώς θα φτάσει στην τσέπη του καταναλωτή;

Μια ενδιαφέρουσα αντίφαση ανάμεσα στις παλαιότερες τοποθετήσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη και στη νέα κυβερνητική επιλογή για μείωση του ΦΠΑ στα προϊόντα περιόδου αναδεικνύει ένα ουσιαστικό ερώτημα: Τι άλλαξε ώστε μια φορολογική παρέμβαση, την οποία ο πρωθυπουργός αντιμετώπιζε επί χρόνια με επιφυλάξεις, να παρουσιάζεται σήμερα ως μέτρο οικονομικής ανακούφισης των καταναλωτριών;

Η απάντηση δεν είναι τόσο απλή όσο φαίνεται.

Η μείωση του ΦΠΑ από το 24% στο 13% στα προϊόντα περιόδου, όπως αναφέρεται στη νέα κυβερνητική ανακοίνωση, αποτελεί στοχευμένη παρέμβαση και όχι γενικευμένη μείωση της φορολογίας στην κατανάλωση.

Ωστόσο, το βασικό οικονομικό ερώτημα παραμένει ακριβώς το ίδιο: Ποιος θα καρπωθεί τη φορολογική ελάφρυνση; Η καταναλώτρια ή η επιχείρηση που διαθέτει το προϊόν;

2022–2025: Τέσσερα χρόνια επιφυλάξεων για τη μείωση του ΦΠΑ

Οι δημόσιες τοποθετήσεις που αποδίδονται στον πρωθυπουργό κατά την προηγούμενη τετραετία ακολουθούν μια σταθερή επιχειρηματολογία.

Το 2022 ο Κυριάκος Μητσοτάκης υποστήριζε ότι δεν υπάρχει εγγύηση πως η μείωση του ΦΠΑ θα μεταφερθεί στις τελικές τιμές.

Το 2023 επικαλούνταν προηγούμενες μειώσεις σε υπηρεσίες και προϊόντα, όπως ο καφές και οι μεταφορές, επισημαίνοντας ότι δεν είχαν οδηγήσει σε αντίστοιχη αποκλιμάκωση των τιμών.

Το 2024 επανερχόταν στην αβεβαιότητα που συνοδεύει μια οριζόντια φορολογική παρέμβαση.

Το 2025, από το βήμα της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης, προειδοποιούσε ότι μια γενικευμένη μείωση θα μπορούσε να λειτουργήσει ως έμμεση επιδότηση επιχειρήσεων και μεσαζόντων.

Η πιο χαρακτηριστική τοποθέτηση που παρατίθεται στο σχετικό δημοσίευμα έγινε στη Βουλή, κατά τη συζήτηση για την ακρίβεια:

«Οι μειώσεις ΦΠΑ κατά κανόνα δεν τις καρπώνεται ο καταναλωτής. Τις καρπώνεται ο έμπορος».

Αυτή ακριβώς η διατύπωση δημιουργεί σήμερα το μεγαλύτερο ενδιαφέρον.

Διότι, εάν η κυβέρνηση θεωρεί ότι οι επιχειρήσεις συχνά απορροφούν το όφελος μιας μείωσης του ΦΠΑ, οφείλει να εξηγήσει πώς θα διασφαλιστεί ότι η νέα παρέμβαση θα έχει διαφορετικό αποτέλεσμα.

Το 2026 η κυβέρνηση επιλέγει τη μείωση

Με τη νέα ανακοίνωση για τα προϊόντα περιόδου, η κυβέρνηση υιοθετεί ένα μέτρο που στηρίζεται στην ίδια βασική λογική: τη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης ώστε να περιοριστεί το κόστος αγοράς.

Η επιλογή αφορά συγκεκριμένη κατηγορία προϊόντων, με ιδιαίτερη σημασία για την καθημερινότητα των γυναικών.

Αυτή η στόχευση διαφοροποιεί την παρέμβαση από μια οριζόντια μείωση ΦΠΑ σε τρόφιμα ή άλλες κατηγορίες αγαθών.

Δεν καταργεί, όμως, την αβεβαιότητα σχετικά με τη μετακύλιση της φορολογικής ελάφρυνσης στην τελική τιμή.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το ζήτημα που απαιτεί απάντηση.

Πόσο θα πρέπει πραγματικά να μειωθούν οι τιμές;

Η αλλαγή του ΦΠΑ από 24% σε 13% δεν σημαίνει ότι η τελική τιμή μειώνεται κατά 11%.

Εάν η καθαρή τιμή του προϊόντος παραμείνει αμετάβλητη και ολόκληρη η φορολογική ελάφρυνση μεταφερθεί στον καταναλωτή, η μείωση της τελικής τιμής θα είναι περίπου 8,87%.

Για παράδειγμα, ένα προϊόν που κοστίζει 6,20 ευρώ με ΦΠΑ 24% έχει καθαρή τιμή 5 ευρώ.

Με ΦΠΑ 13%, η ίδια καθαρή τιμή οδηγεί σε τελική τιμή 5,65 ευρώ.

Το όφελος για τον καταναλωτή είναι 55 λεπτά.

Αντίθετα, εάν η επιχείρηση διατηρήσει την τιμή στα 6,20 ευρώ, η καταναλώτρια δεν θα διαπιστώσει καμία μείωση στο ταμείο.

Σε αυτή την περίπτωση, το ποσό που αποδίδεται ως ΦΠΑ θα είναι μικρότερο, αλλά η τελική τιμή θα παραμείνει ίδια.

Ενδεικτικά παραδείγματα

Σημερινή τιμή με ΦΠΑ 24%Νέα τιμή με ΦΠΑ 13%Όφελος
2,48 €2,26 €0,22 €
3,72 €3,39 €0,33 €
4,96 €4,52 €0,44 €
6,20 €5,65 €0,55 €
9,92 €9,04 €0,88 €
12,40 €11,30 €1,10 €

Οι υπολογισμοί προϋποθέτουν πλήρη μεταφορά της μείωσης του ΦΠΑ στην τελική τιμή, χωρίς αλλαγή στην καθαρή τιμή του προϊόντος.

Το πρόβλημα δεν είναι θεωρητικό

Στην πράξη, η επίδραση μιας μείωσης ΦΠΑ εξαρτάται από πολλούς παράγοντες.

Ο ανταγωνισμός μεταξύ των επιχειρήσεων, η εμπορική πολιτική των προμηθευτών, τα περιθώρια κέρδους και η δυνατότητα των καταναλωτών να συγκρίνουν τιμές επηρεάζουν το τελικό αποτέλεσμα.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, η φορολογική ελάφρυνση μπορεί να περάσει σχεδόν ολόκληρη στον καταναλωτή.

Σε άλλες, μπορεί να μεταφερθεί μόνο ένα μέρος της.

Επομένως, ούτε η πλήρης απορρόφηση από τις επιχειρήσεις ούτε η πλήρης μεταφορά στους καταναλωτές είναι δεδομένες εκ των προτέρων.

Αυτό σημαίνει ότι η νέα κυβερνητική απόφαση πρέπει να συνοδευτεί από δυνατότητα ελέγχου του πραγματικού αποτελέσματος.

Το ερώτημα για τους ελέγχους στην αγορά

Εάν στόχος της μείωσης είναι η οικονομική ανακούφιση των γυναικών, θα είχε ιδιαίτερη σημασία να παρουσιαστούν συγκεκριμένα στοιχεία για τις τιμές πριν και μετά την εφαρμογή του μέτρου.

Πόσο κοστίζουν σήμερα τα βασικά προϊόντα περιόδου;

Πόσο θα κοστίζουν μετά την αλλαγή του συντελεστή;

Θα υπάρχει παρακολούθηση των τιμών από τους αρμόδιους ελεγκτικούς μηχανισμούς;

Και θα δημοσιοποιηθούν στοιχεία που να δείχνουν τι ποσοστό της φορολογικής ελάφρυνσης έφτασε πράγματι στις καταναλώτριες;

Η απλή ανακοίνωση ενός χαμηλότερου συντελεστή δεν αρκεί για να αποδειχθεί ότι μειώθηκε και το πραγματικό κόστος αγοράς.

Η ευρύτερη συζήτηση για τους έμμεσους φόρους

Η συγκεκριμένη παρέμβαση επαναφέρει και τη συζήτηση για τον ρόλο των έμμεσων φόρων στα δημόσια έσοδα.

Ο ΦΠΑ επιβαρύνει την κατανάλωση και επηρεάζει άμεσα τον οικογενειακό προϋπολογισμό.

Η κυβέρνηση έχει επανειλημμένα προτιμήσει στοχευμένες εισοδηματικές ενισχύσεις και άλλες φορολογικές παρεμβάσεις αντί μιας γενικευμένης μείωσης των συντελεστών ΦΠΑ.

Η επιλογή αυτή μπορεί να υποστηριχθεί με δημοσιονομικά και κοινωνικά επιχειρήματα, όπως η ανάγκη στοχευμένης ενίσχυσης συγκεκριμένων ομάδων.

Μπορεί, όμως, και να δεχθεί κριτική ως προς την αποτελεσματικότητα, τη διάρκεια και τη διαφάνεια των μέτρων.

Το εάν μια παρέμβαση έχει προεκλογικό ή επικοινωνιακό κίνητρο αποτελεί πολιτική εκτίμηση και δεν αποδεικνύεται μόνο από τον χρόνο ανακοίνωσής της.

Το ουσιαστικό ζήτημα είναι αν η ελάφρυνση θα είναι μετρήσιμη και θα φτάσει σε εκείνους για τους οποίους σχεδιάστηκε.

Μια απάντηση που οφείλει να δώσει ο πρωθυπουργός

Η νέα μείωση του ΦΠΑ στα προϊόντα περιόδου μπορεί να έχει θετικό αποτέλεσμα για τις καταναλώτριες.

Αυτό, όμως, θα εξαρτηθεί από τη συμπεριφορά των τιμών στην αγορά.

Και επειδή ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει επανειλημμένα προειδοποιήσει ότι η μείωση του ΦΠΑ δεν μεταφέρεται αναγκαστικά στον καταναλωτή, υπάρχει ένα συγκεκριμένο ερώτημα που αξίζει να απαντηθεί:

Τι θα κάνει η κυβέρνηση για να διαπιστώσει ότι αυτή τη φορά η φορολογική ελάφρυνση θα φτάσει πράγματι στο ταμείο και δεν θα περιοριστεί στα λογιστικά βιβλία των επιχειρήσεων;

Η απάντηση θα κριθεί όχι μόνο από τις κυβερνητικές δηλώσεις, αλλά κυρίως από τις τιμές που θα πληρώνουν οι καταναλώτριες.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ