Ο Άκης Σκέρτσος επανέρχεται με σφοδρή επίθεση στον Αλέξη Τσίπρα για τον νόμο Παρασκευόπουλου και τις αποφυλακίσεις της περιόδου 2015–2019. Παραθέτει αριθμούς, συγκρίνει όρια έκτισης ποινών και κατηγορεί την προηγούμενη κυβέρνηση ότι απέτυχε να προστατεύσει τα θύματα. Όμως οι αριθμοί που χρησιμοποιεί δεν αρκούν για να αποδείξουν το συμπέρασμά του.
«Με τους θύτες ή με τα θύματα;»
Με αυτό το ερώτημα ο υπουργός Επικρατείας Άκης Σκέρτσος επιχειρεί να μεταφέρει την πολιτική αντιπαράθεση με τον Αλέξη Τσίπρα στο πεδίο της εγκληματικότητας, της ασφάλειας και της προστασίας των πολιτών.
Το δίλημμα είναι επικοινωνιακά ισχυρό.
Ποιος θα ήθελε να εμφανιστεί ότι βρίσκεται με την πλευρά των δραστών και όχι των θυμάτων;
Μόνο που η ποινική δικαιοσύνη δεν λειτουργεί με τέτοιους απλουστευτικούς διαχωρισμούς.
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν κάποιος υποστηρίζει τα θύματα ή τους θύτες.
Είναι αν το κράτος διαθέτει ένα αποτελεσματικό σύστημα που τιμωρεί αναλογικά, προστατεύει την κοινωνία, αποκαθιστά όπου είναι δυνατόν τη βλάβη και περιορίζει την πιθανότητα νέων εγκλημάτων.
Και αυτό δεν αποδεικνύεται απλώς με την παράθεση αυστηρότερων ποινών.
18.193 αποφυλακίσεις: Ένας αριθμός χωρίς το αναγκαίο πλαίσιο
Ο Άκης Σκέρτσος υποστηρίζει ότι από τον Απρίλιο του 2015 έως τον Αύγουστο του 2019 πραγματοποιήθηκαν 18.193 αποφυλακίσεις εξαιτίας των ευεργετικών ρυθμίσεων.
Ο αριθμός είναι μεγάλος.
Αλλά τι ακριβώς αποδεικνύει;
Αποδεικνύει ότι αποφυλακίστηκαν κρατούμενοι βάσει συγκεκριμένων νομοθετικών διατάξεων.
Δεν αποδεικνύει, από μόνος του, πόσοι από αυτούς διέπραξαν ξανά εγκλήματα.
Δεν αποδεικνύει πόσοι παραβίασαν τους όρους της απόλυσής τους.
Δεν αποδεικνύει ότι αυξήθηκε η εγκληματικότητα εξαιτίας των συγκεκριμένων αποφυλακίσεων.
Και δεν επιτρέπει σύγκριση με την περίοδο μετά το 2019, εάν δεν παρουσιαστούν αντίστοιχα στοιχεία.
Πόσοι αποφυλακίστηκαν από το 2019 έως το 2026;
Πόσοι επέστρεψαν στη φυλακή;
Ποιο ήταν το ποσοστό υποτροπής;
Πώς μεταβλήθηκε ο συνολικός πληθυσμός των φυλακών;
Χωρίς αυτές τις απαντήσεις, η παράθεση των 18.193 αποφυλακίσεων δημιουργεί πολιτική εντύπωση, αλλά δεν συνιστά ολοκληρωμένη αξιολόγηση της δημόσιας ασφάλειας.
Ακόμη και ο ίδιος ο αριθμός χρειάζεται αναλυτικό πίνακα ανά έτος, νομική βάση και κατηγορία απόλυσης, ώστε να ελεγχθεί η ακριβής σύνθεσή του.
Η αποφυλάκιση δεν είναι συνώνυμη της υποτροπής. Και η υποτροπή είναι το στοιχείο που χρειάζεται να εξεταστεί όταν συζητούμε την αποτελεσματικότητα της επανένταξης.
Ο νόμος Παρασκευόπουλου δεν ήταν νόμος αθώωσης
Ο νόμος 4322/2015 θεσπίστηκε ως έκτακτη παρέμβαση αποσυμφόρησης των καταστημάτων κράτησης.
Προέβλεπε ευνοϊκότερες προϋποθέσεις απόλυσης για συγκεκριμένες κατηγορίες κρατουμένων.
Η κριτική στις ρυθμίσεις αυτές είναι απολύτως θεμιτή.
Μπορεί κάποιος να θεωρεί ότι τα όρια ήταν υπερβολικά χαμηλά ή ότι οι προβλεπόμενες εξαιρέσεις δεν ήταν επαρκείς.
Όμως ο νόμος δεν εξαφάνιζε τις καταδικαστικές αποφάσεις ούτε μετέτρεπε τους καταδικασμένους σε αθώους.
Οι απολύσεις πραγματοποιούνταν υπό τον όρο της ανάκλησης.
Η νομοθεσία προέβλεπε συνέπειες για νέα σοβαρή αξιόποινη συμπεριφορά, καθώς και δυνατότητα επιβολής πρόσθετων όρων.
Επομένως, η παρουσίαση της ρύθμισης σαν να αποτελούσε μια γενικευμένη αμνηστία δεν αποδίδει το πραγματικό νομικό της περιεχόμενο.
Η βασική πολιτική διαφωνία αφορά το πόσο νωρίς μπορούσε να χορηγηθεί απόλυση και με ποιες εγγυήσεις.
Αυτό είναι σοβαρό ζήτημα.
Δεν χρειάζεται να μετατρέπεται σε κατηγορία ότι όποιος υποστήριξε την αποσυμφόρηση των φυλακών βρισκόταν δήθεν με την πλευρά των εγκληματιών.
Τα πέντε χρόνια και τα εννέα χρόνια: Η σύγκριση χρειάζεται ακρίβεια
Ο υπουργός αντιπαραβάλλει την πραγματική έκτιση πέντε ετών για κάθειρξη δεκαπέντε ετών με το αυστηρότερο όριο των εννέα ετών που θεσπίστηκε αργότερα για συγκεκριμένα σοβαρά εγκλήματα.
Η αλλαγή των ορίων είναι πραγματική.
Ωστόσο, η σύγκριση δεν πρέπει να δημιουργεί την εντύπωση ότι κάθε καταδικασμένος σε κάθειρξη δεκαπέντε ετών αποφυλακιζόταν υποχρεωτικά μετά από πέντε χρόνια ή ότι σήμερα κάθε αντίστοιχος κρατούμενος απολύεται αυτομάτως μετά από εννέα.
Τα νομοθετικά όρια καθορίζουν προϋποθέσεις δυνατότητας απόλυσης.
Δεν αποτελούν, σε κάθε περίπτωση, υποχρεωτική ημερομηνία αποφυλάκισης.
Επιπλέον, η αυστηρότερη ρύθμιση του 2021 αφορά συγκεκριμένες κατηγορίες σοβαρών εγκλημάτων και όχι αδιακρίτως κάθε ποινή κάθειρξης.
Η διάκριση αυτή έχει σημασία.
Όπως έχει σημασία να διαχωρίζουμε τον πραγματικό χρόνο κράτησης από τον ευεργετικό υπολογισμό της ποινής.
Η ουσία της πολιτικής διαφωνίας είναι εάν η αύξηση των χρονικών ορίων οδηγεί σε καλύτερα αποτελέσματα για την κοινωνία.
Και αυτή η απάντηση απαιτεί περισσότερα από μια αριθμητική σύγκριση.
Αυστηρότερες ποινές σημαίνουν αυτομάτως μεγαλύτερη ασφάλεια;
Ο Άκης Σκέρτσος παραθέτει τις αυστηροποιήσεις του 2021, του 2024 και του 2026 ως αποδείξεις μιας διαφορετικής πολιτικής αντίληψης.
Πράγματι, οι νομοθετικές μεταβολές αποτυπώνουν μια αυστηρότερη ποινική προσέγγιση.
Αλλά η αυστηροποίηση της νομοθεσίας δεν ταυτίζεται αυτομάτως με μείωση της εγκληματικότητας.
Για να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητά της χρειάζεται να εξεταστούν οι επιπτώσεις στην πρόληψη, στην υποτροπή, στην ασφάλεια των πολιτών και στη λειτουργία των σωφρονιστικών καταστημάτων.
Η διάρκεια της ποινής αποτελεί ένα μέρος της αντεγκληματικής πολιτικής.
Η πιθανότητα εντοπισμού του δράστη, η αποτελεσματική διερεύνηση του εγκλήματος, η ταχύτητα απονομής της δικαιοσύνης και η ουσιαστική επανένταξη αποτελούν επίσης κρίσιμους παράγοντες.
Μια κυβέρνηση μπορεί να αυξάνει τις προβλεπόμενες ποινές.
Αυτό, όμως, δεν αρκεί για να αποδείξει ότι έχει πετύχει καλύτερη προστασία των πολιτών.
Το ζητούμενο δεν είναι μόνο πόσο αυστηρός φαίνεται ένας νόμος. Είναι τι αποτελέσματα παράγει όταν εφαρμόζεται.
Η προστασία των θυμάτων δεν εξαντλείται στη διάρκεια της φυλάκισης
Ο υπουργός Επικρατείας επικαλείται την ανάγκη προστασίας των θυμάτων.
Είναι μια ανάγκη αδιαπραγμάτευτη.
Όμως η προστασία αυτή δεν περιορίζεται στη διάρκεια της ποινής που εκτίει ο δράστης.
Περιλαμβάνει την πρόληψη της βίας, την έγκαιρη παρέμβαση των αρχών, την ψυχολογική και οικονομική στήριξη, την πρόσβαση στη δικαιοσύνη και την αποφυγή δευτερογενούς θυματοποίησης.
Περιλαμβάνει επίσης την αποτελεσματική αντιμετώπιση της υποτροπής.
Επομένως, εάν ο Άκης Σκέρτσος θέλει να αποδείξει ότι η σημερινή κυβέρνηση προστατεύει καλύτερα τα θύματα, οφείλει να παρουσιάσει και συγκεκριμένα αποτελέσματα σε αυτούς τους τομείς.
Πόσο γρήγορα απονέμεται δικαιοσύνη;
Ποιες δομές στήριξης λειτουργούν;
Ποια είναι η αποτελεσματικότητα των προγραμμάτων προστασίας;
Πόσοι αποφυλακισμένοι επανεντάσσονται χωρίς να υποτροπιάζουν;
Αυτή θα ήταν μια πραγματικά ουσιαστική σύγκριση κυβερνητικών πολιτικών.
Ο ίδιος ο Σκέρτσος αναγνωρίζει το πρόβλημα που δεν λύνει η αυστηροποίηση
Υπάρχει ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον σημείο στο τέλος της τοποθέτησής του.
Ο υπουργός αναγνωρίζει ότι χρειάζονται καλύτερες υποδομές στις φυλακές, αξιοπρεπείς συνθήκες κράτησης, εκπαίδευση, εργασία και στήριξη μετά την αποφυλάκιση.
Αναφέρεται επίσης στην κοινωφελή εργασία και στην κατ’ οίκον κράτηση με ηλεκτρονική επιτήρηση.
Με άλλα λόγια, παραδέχεται ότι η αποτελεσματική σωφρονιστική πολιτική δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στην αυστηρότητα.
Χρειάζεται και επανένταξη.
Χρειάζεται και πρόληψη.
Χρειάζεται και αντιμετώπιση των συνθηκών που ευνοούν την επιστροφή στην εγκληματικότητα.
Αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο το αρχικό δίλημμα «με τους θύτες ή με τα θύματα» αποδεικνύεται ανεπαρκές.
Διότι η επιτυχημένη επανένταξη ενός καταδικασμένου δεν αποτελεί παραχώρηση εις βάρος των θυμάτων.
Αποτελεί μέσο αποτροπής νέων θυμάτων.
Ο ίδιος ο υπουργός το αναγνωρίζει, όταν επισημαίνει ότι ένα σωφρονιστικό σύστημα αποτυγχάνει εάν ο κρατούμενος βγαίνει περισσότερο επικίνδυνος από ό,τι εισήλθε.
Αυτή η παραδοχή θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση μιας ουσιαστικής συζήτησης.
Αντί γι’ αυτό, προηγείται ένα πολιτικό δίλημμα που χωρίζει τους αντιπάλους σε υποστηρικτές των θυμάτων και υποστηρικτές των δραστών.
Επτά χρόνια διακυβέρνησης και η ευθύνη δεν μπορεί να παραμένει μόνο στο 2015
Η Νέα Δημοκρατία κυβερνά από το 2019.
Έχει ήδη προχωρήσει σε επανειλημμένες παρεμβάσεις στην ποινική νομοθεσία και έχει τη δυνατότητα να εφαρμόσει τη δική της σωφρονιστική πολιτική.
Επομένως, η σημερινή κατάσταση των φυλακών, οι υποδομές, τα προγράμματα επανένταξης και η λειτουργία των μηχανισμών επιτήρησης αποτελούν πλέον και αντικείμενο αξιολόγησης της δικής της διακυβέρνησης.
Ο Άκης Σκέρτσος έχει κάθε δικαίωμα να ασκεί κριτική στις επιλογές του ΣΥΡΙΖΑ.
Αλλά επτά χρόνια μετά την κυβερνητική αλλαγή, η συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται στο τι έκανε η προηγούμενη κυβέρνηση.
Χρειάζεται και απολογισμός των σημερινών αποτελεσμάτων.
Ποιες νέες σωφρονιστικές υποδομές δημιουργήθηκαν;
Πόσο βελτιώθηκαν οι συνθήκες κράτησης;
Πόσοι κρατούμενοι συμμετέχουν σε προγράμματα εκπαίδευσης και εργασίας;
Ποια είναι τα αποτελέσματα των προγραμμάτων επανένταξης;
Και ποια μετρήσιμη μεταβολή έχει σημειωθεί στην υποτροπή;
Χωρίς αυτές τις απαντήσεις, η σύγκριση παραμένει περισσότερο πολιτική αντιπαράθεση παρά αξιολόγηση δημόσιας πολιτικής.
Η Δικαιοσύνη δεν χρειάζεται ψεύτικα διλήμματα
Το ερώτημα «με τους θύτες ή με τα θύματα» μπορεί να λειτουργεί αποτελεσματικά ως πολιτικό σύνθημα.
Δεν αρκεί, όμως, για να αξιολογήσει κανείς μια ποινική νομοθεσία.
Η προστασία των θυμάτων δεν προϋποθέτει την εγκατάλειψη της αναλογικότητας των ποινών.
Ο σωφρονισμός των καταδικασμένων δεν σημαίνει αδιαφορία για τη βλάβη που προκάλεσαν.
Και η αποσυμφόρηση των φυλακών δεν μπορεί να αξιολογηθεί χωρίς να συνεκτιμηθούν οι συνθήκες κράτησης, η δημόσια ασφάλεια και η υποτροπή.
Ο νόμος Παρασκευόπουλου μπορεί να κριθεί αυστηρά.
Οι κυβερνητικές επιλογές της περιόδου 2015–2019 μπορούν να ελεγχθούν για τα αποτελέσματά τους.
Ακριβώς το ίδιο, όμως, πρέπει να ισχύει για τις νομοθετικές επιλογές και τη σωφρονιστική πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη.
Δεν αρκεί να μετράμε πόσοι βγήκαν από τη φυλακή επί Τσίπρα. Πρέπει να μετρήσουμε και τι συνέβη μετά, πόσοι υποτροπίασαν, πόσο ασφαλέστερη έγινε η κοινωνία και τι πέτυχαν οι αυστηρότεροι νόμοι.
Αυτή είναι η σύγκριση που λείπει από την ανάρτηση του Άκη Σκέρτσου.
Και μέχρι να παρουσιαστεί, το δίλημμα «με τους θύτες ή με τα θύματα» θα παραμένει ένα ισχυρό πολιτικό σύνθημα, όχι τεκμηριωμένη απόδειξη υπεροχής μιας σωφρονιστικής πολιτικής έναντι μιας άλλης.



