Η παραδοχή Συρίγου για το καλώδιο Ελλάδας – Κύπρου ανοίγει μεγάλο πολιτικό ζήτημα: Η κυβέρνηση γνώριζε και προχώρησε;
Μια ιδιαίτερα σοβαρή πολιτική συζήτηση προκαλούν οι αναφερόμενες δηλώσεις του βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας και διεθνολόγου Άγγελου Συρίγου σχετικά με το έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου. Το κρίσιμο ερώτημα δεν αφορά μόνο τις δυνατότητες προστασίας των ερευνητικών εργασιών απέναντι σε ενδεχόμενη τουρκική παρέμβαση, αλλά και το κατά πόσο η κυβέρνηση είχε αξιολογήσει τους κινδύνους προτού προχωρήσει στον σχεδιασμό του έργου.
Η υπόθεση της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου επανέρχεται στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης, με αφορμή όσα αποδίδονται στον Άγγελο Συρίγο για τις επιχειρησιακές δυσκολίες που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει το Πολεμικό Ναυτικό σε περίπτωση παρουσίας τουρκικών πολεμικών πλοίων στην περιοχή των ερευνών.
Η ουσία των αναφερόμενων τοποθετήσεών του είναι ότι η απόσταση από τις ελληνικές βάσεις και οι υφιστάμενες δυνατότητες του στόλου δημιουργούν σοβαρούς περιορισμούς σε ένα ενδεχόμενο σενάριο στρατιωτικής αντιπαράθεσης.
Πρόκειται για μια εκτίμηση με ιδιαίτερο πολιτικό βάρος, εφόσον αποδοθεί με ακρίβεια, καθώς προέρχεται από βουλευτή της κυβερνητικής παράταξης με επιστημονική ενασχόληση με τα ελληνοτουρκικά ζητήματα.
Το ερώτημα που προκύπτει για την κυβέρνηση
Εάν οι επιχειρησιακοί περιορισμοί ήταν γνωστοί κατά τον σχεδιασμό της ηλεκτρικής διασύνδεσης, τίθεται ένα εύλογο ερώτημα: Ποιο ήταν το σχέδιο της κυβέρνησης για τη διασφάλιση της ολοκλήρωσης των ερευνητικών εργασιών σε περίπτωση τουρκικής παρεμπόδισης;
Η υλοποίηση ενός τόσο σημαντικού ενεργειακού έργου δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τη χρηματοδότηση, τις τεχνικές μελέτες και τις συμφωνίες μεταξύ των εμπλεκόμενων πλευρών.
Απαιτεί και αξιολόγηση των γεωπολιτικών κινδύνων, ιδιαίτερα όταν οι εργασίες πραγματοποιούνται σε θαλάσσιες περιοχές όπου ενδέχεται να εκδηλωθούν εντάσεις.
Αυτό, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι η στρατιωτική απομάκρυνση τουρκικών πλοίων αποτελεί τη μοναδική διαθέσιμη επιλογή. Η διπλωματική διαχείριση, το διεθνές δίκαιο και οι ευρωπαϊκές παρεμβάσεις αποτελούν επίσης στοιχεία που πρέπει να συνεκτιμώνται.
Ωστόσο, η κυβέρνηση οφείλει να εξηγεί πώς σχεδιάζει να αντιμετωπίσει μια ενδεχόμενη παρεμπόδιση των εργασιών.
Άλλο η επιχειρησιακή δυσκολία και άλλο η εγκατάλειψη του έργου
Η αναγνώριση στρατιωτικών περιορισμών δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι το έργο ήταν εξαρχής καταδικασμένο να αποτύχει.
Ούτε τεκμηριώνει ότι η κυβέρνηση ξεκίνησε συνειδητά μια διαδικασία γνωρίζοντας πως δεν θα ολοκληρωνόταν.
Για να εξαχθούν τέτοια συμπεράσματα θα χρειάζονταν συγκεκριμένα στοιχεία σχετικά με τις κυβερνητικές εκτιμήσεις, τον σχεδιασμό ασφαλείας και τις αποφάσεις που είχαν ληφθεί.
Αυτό που προκύπτει, πάντως, ως ουσιαστικό πολιτικό ζήτημα είναι η ανάγκη να διευκρινιστεί εάν υπήρχε ολοκληρωμένη στρατηγική για την αντιμετώπιση των κινδύνων.
Τι γνώριζε η κυβέρνηση και πότε;
Το γεγονός ότι ο Άγγελος Συρίγος είναι βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας προσδίδει πρόσθετο ενδιαφέρον στις αναφερόμενες εκτιμήσεις του.
Δεν αποδεικνύει, όμως, ότι είχε μεταφέρει προηγουμένως τις συγκεκριμένες απόψεις στην κυβέρνηση ή ότι αυτές αποτελούσαν κοινή εκτίμηση των αρμόδιων επιτελείων.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και το πολιτικό ερώτημα που αξίζει να απαντηθεί.
Είχε ενημερωθεί η πολιτική ηγεσία για τους επιχειρησιακούς περιορισμούς; Υπήρχε εναλλακτικό σχέδιο σε περίπτωση τουρκικής παρέμβασης; Και με ποιον τρόπο διασφαλίζεται η συνέχιση ενός έργου με τόσο μεγάλη ενεργειακή και γεωπολιτική σημασία;
Οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα είναι σημαντικότερες από τις εντυπώσεις που μπορεί να προκαλέσει μια τηλεοπτική δήλωση.
Η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου αποτελεί ένα έργο με ευρύτερες στρατηγικές προεκτάσεις. Γι’ αυτό και η συζήτηση για την πορεία του δεν μπορεί να περιορίζεται σε γενικές διαβεβαιώσεις ή σε πολιτικές αντιπαραθέσεις.
Το πραγματικό ζητούμενο είναι να αποσαφηνιστεί εάν ο σχεδιασμός του έργου συνοδεύεται από ένα αξιόπιστο σχέδιο αντιμετώπισης των γεωπολιτικών κινδύνων.



