Κυρανάκης: Πανηγυρίζει για 145.765 αγοραπωλησίες ακινήτων – Αλλά ποιος μπορεί σήμερα να αγοράσει σπίτι στην Ελλάδα;

Αύξηση 83,3% στις αγοραπωλησίες ακινήτων επικαλέστηκε ο Κωνσταντίνος Κυρανάκης για να αναδείξει την πορεία της ελληνικής οικονομίας. Τα στοιχεία, όμως, για το κόστος στέγασης αποκαλύπτουν μια διαφορετική πλευρά της πραγματικότητας: η αγορά ακινήτων μπορεί να αναπτύσσεται, την ώρα που εκατοντάδες χιλιάδες νοικοκυριά δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν προσιτή κατοικία.

Την αύξηση των αγοραπωλησιών ακινήτων στην Ελλάδα επέλεξε να αναδείξει ο γραμματέας της Πολιτικής Επιτροπής της Νέας Δημοκρατίας, Κωνσταντίνος Κυρανάκης, μιλώντας το πρωί της Παρασκευής 6 Νοεμβρίου στον ΣΚΑΪ.

Επικαλούμενος στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, ανέφερε ότι οι συμβολαιογραφικές πράξεις αγοραπωλησίας αυξήθηκαν από 79.532 το 2018 σε 145.765 το 2024, καταγράφοντας άνοδο 83,3%.

Ο ίδιος συνέδεσε την εξέλιξη αυτή με την αναπτυξιακή πορεία της οικονομίας και εκτίμησε ότι οι συναλλαγές θα αυξηθούν ακόμη περισσότερο το 2025 και το 2026.

Παράλληλα, αναγνώρισε ότι η στεγαστική κρίση δημιουργεί δυσκολίες για πολλούς πολίτες και υπογράμμισε την ανάγκη περαιτέρω αύξησης μισθών, συντάξεων και εισοδημάτων.

Η δήλωση περιλαμβάνει δύο διαφορετικές πραγματικότητες: από τη μία πλευρά, την αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας στην αγορά ακινήτων και, από την άλλη, τη δυσκολία των νοικοκυριών να ανταποκριθούν στο κόστος στέγασης.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποια από τις δύο αποτυπώνει καλύτερα την καθημερινότητα του πολίτη που αναζητά κατοικία.

Οι 145.765 αγοραπωλησίες δεν σημαίνουν 145.765 οικογένειες με νέο σπίτι

Η αύξηση των συμβολαιογραφικών πράξεων είναι πραγματικός δείκτης κινητικότητας στην κτηματαγορά.

Δεν αποτελεί, όμως, αυτομάτως δείκτη βελτίωσης της στεγαστικής πρόσβασης.

Οι συναλλαγές μπορούν να περιλαμβάνουν αγορά πρώτης κατοικίας, εξοχικής κατοικίας, επενδυτικού ακινήτου, επαγγελματικού χώρου ή ακινήτου που προορίζεται για εκμετάλλευση.

Από τον συνολικό αριθμό των πράξεων δεν προκύπτει πόσες ελληνικές οικογένειες κατάφεραν να αποκτήσουν πρώτη κατοικία.

Δεν προκύπτει πόσες αγορές πραγματοποιήθηκαν από επενδυτές.

Ούτε προκύπτει εάν η αύξηση των συναλλαγών συνοδεύτηκε από βελτίωση της οικονομικής δυνατότητας των νέων ζευγαριών να αγοράσουν σπίτι.

Επομένως, οι 145.765 αγοραπωλησίες απαντούν στο ερώτημα πόσο κινήθηκε η αγορά.

Δεν απαντούν στο ερώτημα πόσο προσιτή έγινε η κατοικία.

Η Eurostat αποτυπώνει το πρόβλημα που δεν φαίνεται στις αγοραπωλησίες

Τα στοιχεία της Eurostat για το 2025 δείχνουν ότι το 26,4% του πληθυσμού στην Ελλάδα ζούσε σε νοικοκυριά όπου οι συνολικές στεγαστικές δαπάνες ξεπερνούσαν το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος.

Ο αντίστοιχος μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν μόλις 7,7%.

Δηλαδή, περισσότεροι από ένας στους τέσσερις κατοίκους της Ελλάδας αντιμετώπιζαν υπερβολική στεγαστική επιβάρυνση, έναντι λιγότερων από έναν στους δέκα στην ΕΕ.

Η Ελλάδα κατέγραφε το υψηλότερο σχετικό ποσοστό μεταξύ των κρατών-μελών.

Και αυτά είναι στοιχεία που αφορούν την πραγματική επιβάρυνση των νοικοκυριών, όχι τον αριθμό των συναλλαγών στην αγορά.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το ελληνικό ποσοστό έχει μειωθεί σε σχέση με προηγούμενα χρόνια. Παρ’ όλα αυτά, η απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο παραμένει τεράστια.

Η αντίθεση είναι χαρακτηριστική.

Η αγορά ακινήτων εμφανίζει μεγάλη αύξηση συναλλαγών, ενώ η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται στην κορυφή της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς τη στεγαστική επιβάρυνση.

Οι τιμές των διαμερισμάτων συνεχίζουν να ανεβαίνουν

Η Τράπεζα της Ελλάδος κατέγραψε αύξηση των τιμών των διαμερισμάτων κατά 8,9% το 2024, έπειτα από αύξηση 13,9% το 2023.

Το πρώτο τρίμηνο του 2025 οι τιμές αυξήθηκαν περαιτέρω κατά 6,8% σε ετήσια βάση.

Οι αριθμοί αυτοί εξηγούν γιατί η έντονη δραστηριότητα στην αγορά ακινήτων δεν συνεπάγεται απαραίτητα ανακούφιση για τους υποψήφιους αγοραστές.

Όταν οι τιμές αυξάνονται, η απόκτηση κατοικίας μπορεί να γίνεται δυσκολότερη για ένα νοικοκυριό, ακόμη και σε μια αγορά με περισσότερες συναλλαγές.

Γι’ αυτό η αξιολόγηση της στεγαστικής πολιτικής χρειάζεται περισσότερους δείκτες: τιμές ακινήτων, ενοίκια, διαθέσιμο εισόδημα, επιτόκια, προσφορά κατοικιών και πρόσβαση των νέων στην ιδιοκατοίκηση.

Το στεγαστικό επίδομα δεν καταργεί τη στεγαστική κρίση

Ο Κωνσταντίνος Κυρανάκης αναφέρθηκε επίσης στο φοιτητικό στεγαστικό επίδομα, καλώντας τις οικογένειες να αξιοποιήσουν τη δυνατότητα οικονομικής ενίσχυσης για τη συγκατοίκηση φοιτητών, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις.

Το επίδομα αποτελεί συγκεκριμένο μέτρο στήριξης.

Ωστόσο, η ύπαρξη μιας επιδότησης δεν απαντά από μόνη της στο ερώτημα αν τα διαθέσιμα φοιτητικά σπίτια επαρκούν ή αν τα ενοίκια είναι προσιτά.

Η οικονομική ενίσχυση μειώνει μέρος της δαπάνης για τους δικαιούχους. Δεν σημαίνει ότι αντιμετωπίζονται όλες οι αιτίες που διαμορφώνουν το κόστος κατοικίας.

Η ουσιαστική αξιολόγηση του μέτρου απαιτεί στοιχεία για τον αριθμό των δικαιούχων, το πραγματικό ύψος των ενοικίων και τη στεγαστική επιβάρυνση μετά την καταβολή του επιδόματος.

«Φτωχοποιημένη Ελλάδα»: Τι δείχνουν πραγματικά οι αριθμοί;

Ο γραμματέας της Νέας Δημοκρατίας άσκησε κριτική στην Αριστερά, υποστηρίζοντας ότι παρουσιάζει μια εικόνα της Ελλάδας ως «φτωχοποιημένης» και «κατεστραμμένης».

Η οικονομική ανάπτυξη και η οικονομική δυσκολία των νοικοκυριών, όμως, δεν είναι αμοιβαία αποκλειόμενες καταστάσεις.

Μια οικονομία μπορεί να καταγράφει αύξηση επενδύσεων, συναλλαγών και δραστηριότητας, ενώ συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα αγοραστικής δύναμης.

Τα στοιχεία της Eurostat δείχνουν ακριβώς γιατί η συζήτηση δεν μπορεί να περιοριστεί σε γενικούς χαρακτηρισμούς.

Η Ελλάδα είχε το 2024 το υψηλότερο ποσοστό διαθέσιμου εισοδήματος που κατευθυνόταν συνολικά στη στέγαση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, περίπου 36%, έναντι 19% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

Αυτό δεν αναιρεί τους θετικούς δείκτες οικονομικής δραστηριότητας.

Αναδεικνύει, όμως, ένα σοβαρό πρόβλημα κατανομής της οικονομικής επιβάρυνσης.

Πανεπιστήμια: Η προειδοποίηση για περικοπή χρηματοδότησης

Στην ίδια συνέντευξη ο Κωνσταντίνος Κυρανάκης αναφέρθηκε στα περιστατικά βίας στα πανεπιστήμια, ζητώντας συλλήψεις δραστών και εφαρμογή των μέτρων ασφαλείας.

Προειδοποίησε μάλιστα ότι οι διοικήσεις των ΑΕΙ που δεν εφαρμόζουν τα προβλεπόμενα μέτρα θα αντιμετωπίσουν περικοπές χρηματοδότησης.

Υποστήριξε ακόμη ότι από το 2025 δεν υπάρχει ενεργή κατάληψη σε ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο.

Η προστασία φοιτητών, εργαζομένων και πανεπιστημιακών εγκαταστάσεων αποτελεί συγκεκριμένη υποχρέωση της Πολιτείας.

Η αποτελεσματικότητα των μέτρων, ωστόσο, χρειάζεται να αξιολογείται με καταγεγραμμένα περιστατικά, την εφαρμογή των προβλεπόμενων διαδικασιών και τις πραγματικές συνθήκες ασφάλειας.

Αντίστοιχα, μια περικοπή χρηματοδότησης δεν επηρεάζει μόνο τη διοίκηση ενός ιδρύματος, αλλά ενδέχεται να έχει συνέπειες στις εκπαιδευτικές και ερευνητικές λειτουργίες του.

Γι’ αυτό η εφαρμογή τέτοιων κυρώσεων απαιτεί σαφή κριτήρια και αναλογικότητα.

Διαφθορά: Οι συλλήψεις δεν είναι το τέλος της υπόθεσης

Ο Κωνσταντίνος Κυρανάκης υποστήριξε ακόμη ότι υποθέσεις διαφθοράς και απάτης αποκαλύφθηκαν και εξιχνιάστηκαν χάρη στη δράση των διωκτικών υπηρεσιών επί της σημερινής κυβέρνησης.

«Όλες αυτές τις υποθέσεις διαφθοράς και απάτης τις καταγγείλαμε, τις εξιχνιάσαμε και οδηγήσαμε σε συλλήψεις», δήλωσε.

Η διερεύνηση υποθέσεων και οι συλλήψεις αποτελούν σημαντικό μέρος της λειτουργίας των διωκτικών αρχών.

Δεν ταυτίζονται, όμως, με την πλήρη εξιχνίαση κάθε υπόθεσης ή με την τελική δικαστική διαπίστωση ευθύνης.

Χρειάζεται επίσης να διαχωρίζεται η δράση των ανεξάρτητων ή αρμόδιων ελεγκτικών και διωκτικών αρχών από την πολιτική αξιολόγηση της κυβέρνησης.

Για να αξιολογηθεί ο ισχυρισμός συνολικά, απαιτούνται συγκεκριμένες υποθέσεις, αποτελέσματα ερευνών, δικαστικές εξελίξεις και στοιχεία για τους μηχανισμούς πρόληψης της διαφθοράς.

Η ανάπτυξη της κτηματαγοράς και η πραγματική ζωή

Η αύξηση των αγοραπωλησιών ακινήτων είναι ένα οικονομικό δεδομένο που αξίζει να καταγραφεί.

Δεν αρκεί, όμως, για να περιγράψει τη στεγαστική κατάσταση της χώρας.

Η μεγάλη αύξηση των συναλλαγών μπορεί να συνυπάρχει με αυξανόμενες τιμές κατοικιών, υψηλά ενοίκια και δυσκολία πρόσβασης στην ιδιοκατοίκηση.

Αυτό ακριβώς δείχνει η ανάγκη να εξετάζονται μαζί οι δείκτες της αγοράς και οι δείκτες οικονομικής επιβάρυνσης των νοικοκυριών.

Το ερώτημα για την ελληνική κοινωνία δεν είναι μόνο πόσα ακίνητα άλλαξαν χέρια. Είναι πόσοι πολίτες μπορούν να αποκτήσουν ή να νοικιάσουν μια αξιοπρεπή κατοικία χωρίς να εξαντλούν το εισόδημά τους.

Και σε αυτό το ερώτημα, οι 145.765 αγοραπωλησίες από μόνες τους δεν δίνουν απάντηση.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ