Ταινίες, τραγούδι και ένα επεισόδιο της πιο αγαπημένης σειράς…

Η HBO πήρε την απόφαση και την ανακοίνωσε, χωρίς πολλά-πολλά. Το «Όσα παίρνει ο άνεμος», ταινία με 8 Όσκαρ και μία από τις πλέον αναγνωρίσιμες όλων των εποχών, αποσύρεται από την πλατφόρμα της, εν μέσω του κύματος των αντιδράσεων που έχει προκαλέσει ο βίαιος και άδικος θάνατος του Τζορτζ Φλόιντ. Ένα γεγονός που επανέφερε, όπως συμβαίνει συχνά πια, στις ΗΠΑ την συζήτηση για τις φυλετικές διακρίσεις στην πιο ισχυρή χώρα του πλανήτη.

Δεν χωρά η παραμικρή αμφιβολία πως στο συγκεκριμένο φιλμ το «φόντο» έχει ξεκάθαρα ρατσιστικά στοιχεία, ενώ παράλληλα δίνει μια εντελώς εξωραϊσμένη εικόνα του θεσμού της δουλείας στον αμερικανικό Νότο. Είναι βέβαιο δηλαδή πως η αίσθηση που μεταφέρεται για εκείνη την σκοτεινή περίοδο της ιστορίας της χώρας απέχει κατά πολύ από την αλήθεια.

Από την άλλη, όμως, αυτή δεν είναι ούτε η πρώτη ούτε η μόνη φορά που η μυθοπλασία δεν έχει την παραμικρή σχέση με την πραγματικότητα. Άλλωστε η Τέχνη δεν έχει κάποια υποχρέωση απέναντι στην ιστορική αλήθεια ούτε (συνήθως) κρίνεται ως ένα ντοκιμαντέρ ή μια έρευνα που οφείλει να μεταφέρει με αντικειμενικότητα το κλίμα μιας άλλης εποχής.

Είναι, όμως, αλήθεια πως με τα σημερινά κριτήρια πολιτικής ορθότητας, πολλές από τις παλαιότερες καλλιτεχνικές δημιουργίες δεν θα κυκλοφορούσαν ποτέ. Κι αν κατόρθωναν τελικά να βγουν στον αέρα, θα δαιμονοποιούνταν αυτόματα, προκαλώντας αντιδράσεις για το περιεχόμενό τους. Με κορυφαίο παράδειγμα όλων, αν θέλουμε να μείνουμε στην ελληνική πραγματικότητα, ένα τραγούδι που ερμήνευσε ο Γιώργος Ζαμπέτας.

Ο ταμ ταμ

Οι στίχοι του Χαράλαμπου Βασιλειάδη είναι τόσο «ωμοί» και «σκληροί» που κρίνοντάς τους το σωτήριο έτος 2020, δεν μπορείς παρά να συμφωνήσεις ότι θα έπρεπε να καταστραφεί κάθε κόπια, κάθε κασέτα, δίσκος, cd που το περιέχει, όπως άλλωστε και όλες οι κόπιες της ταινίας «Ο ουρανοκατέβατος» στην οποία ακούστηκε για πρώτη φορά από την φωνή του Γιώργου Ζαμπέτα. Και για εκείνους που φοβούνται αντιδράσεις από τους γύρω τους την ώρα που διαβάζουν αυτές τις γραμμές και δεν βάζουν ήχο στο παραπάνω απόσπασμα, να μια… οπτική γεύση.

Γουστάρει κι αγαπάει τον μαύρο, τον σκύλο, τον αράπη, τον σατράπη τον χασάπη τον μανάβη τον μπακάλη τον κουρέα τον Αντρέα τον Σαλέα τον Μαλέα, τον πελέ τον χαβαλέ, τον λεχρίτη τον κοπρίτη τον κοιλιά τον φαταούλα, τον σακουλέα, τον χλαμπαλέα, τον Λέων τον Τιμολέων τον Ναπολέων, τον Άρη, τον Θεοχάρη, τον σαλιάρη τον μαλιάρη, τον κουταλιάρη, τον Αααράπηηηη.

Ο άνθρωπος που γύρισε από την ζέστη

Σε αυτό το φιλμ του 1972 ο Λάμπρος Κωνσταντάρας υποδύεται τον Λουκά. Έναν Έλληνα που μετά από χρόνια παραμονής στην Αφρική ως μετανάστης, επιστρέφει στην πατρίδα από την ξενιτιά. Μεταξύ αυτών που φέρνει μαζί του από τα ξένα είναι και ο Χουσεΐν, ρόλο τον οποίο ενσαρκώνει ο Γιώργος Μούτσιος. Ένας μαύρος –υποτίθεται- που λόγω του χρώματός του προκαλεί μεταξύ άλλων και τον τρόμο στους υπόλοιπους «κανονικούς» ανθρώπους. Ατάκες όπως «αραπιά», «σκυλάραπας» ή «μαύρισε το μάτι μου για άσπρο κορμάκι» σήμερα θα προκαλούσαν αμόκ αντιδράσεων…

Της Ελλάδος τα Παιδιά

Όλοι έχουμε γελάσει με τα κατορθώματα του Σμήναρχου Κάκαλου. Όλοι… Και σίγουρα όταν προβαλλόταν το συγκεκριμένο «μπασκετικό» επεισόδιο ελάχιστοι ένιωσαν προσβεβλημένοι από την εικόνα του ηθοποιού Γιάννη Μπέζου όταν βάφει με φούμο μόνο το πρόσωπό του (!) προκειμένου να υποδυθεί τον ξένο παίκτη που θα κάνει την διαφορά και μεταφέροντας με αυτόν τον τρόπο μέρος των κλισέ και των στερεότυπων που ακολουθούν την μαύρη φυλή.

Κάπου εδώ να υπενθυμίσουμε ότι ο Καναδός πρωθυπουργός, Τζάστιν Τριντό βρέθηκε στο επίκεντρο σφοδρών αντιδράσεων όταν βγήκε στην δημοσιότητα φωτογραφία από την νιότη του, όταν είχε κάνει κάτι αντίστοιχο σε περίοδο καρναβαλιών. Ακόμη και πρόσφατα όταν γονάτισε για να αποτίσει φόρο τιμής στη μνήμη του αδικοχαμένου Τζορτζ Φλόιντ, κάποιοι τον αποδοκίμασαν αποκαλώντας τον «black painted face». Φαντάσου τι θα γινόταν με τον Κάκαλο τώρα…

Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα

«Ελενίτσα, εγώ παίρνω το καπελάκι μου και φεύγω», απειλεί συνεχώς ο Γιώργος Κωνσταντίνου ως Αντώνης Κοκοβίκος την Μάρω Κοντού, σε ένα φιλμ που μεταφέρει την ζωή και τα προβλήματα της μικροαστικής τάξης στην Αθήνα της δεκαετίας του ’60. Κι όταν μιλάμε γενικότερα για την Ελλάδα εκείνης της εποχής, δίχως συζήτηση, το πατριαρχικό μοντέλο οικογένειας, ο σεξισμός και όλα αυτά που τον ακολουθούν κάνουν διαρκώς την εμφάνισή τους καθ’όλη τη διάρκεια του έργου. Ένα σενάριο που στις μέρες μας θα… καιγόταν, αλλά τότε δεν αντιμετωπίστηκε ως… «ευαγγέλιο της φαλλοκρατίας», όπως ίσως το βλέπουν πολλοί τώρα.

Ο Παπατρέχας

Νομίζατε ότι θα ξέφευγε από την κριτική ο Θανάσης Βέγγος; Όχι βέβαια! Κι αυτό διότι ως Πολύδωρος Λαγός, το γένος Παπατρέχα, συμβάλλει όσο ελάχιστοι στην αποτύπωση και διατήρηση του στερεότυπου του «ασθενούς φύλου» ως «ανίκανου» να φροντίσει για τον εαυτό του.

Ο αγαπημένος ηθοποιός ενσαρκώνει τον ταλαίπωρο θυρωρό που ανάμεσα στα άλλα κουβαλά και το τεράστιο βάρος να αποκαταστήσει τις αδελφές του. Και είναι πολλές οι… άτιμες. Έξι τον αριθμό και μαζί με την γεροντοκόρη θεία που έχει… ξεμείνει στο ράφι, γίνονται επτά. Άσε που στην ταινία υπάρχει ξεκάθαρη αναφορά σε ενδοοικογενειακή βία, ειδικά στη σκηνή που ο Βάγγος ευθυγραμμίζει τις αδελφές και δίνει ένα… αδελφικό χαστούκι σε κάθε μία από αυτές για να τις επαναφέρει στην… τάξη.

Πηγή: menshouse.gr

Προηγούμενο άρθροΝεσλιχάν Κιοσέ: Η πρώτη γυναίκα οδηγός στο ΚΤΕΛ Κομοτηνής
Επόμενο άρθροΤουρισμός: Νέα αναβολή στο πρόγραμμα της Blue Panorama από Μπολώνια & Ρώμη-Πότε ξεκινούν οι πτήσεις για Κεφαλονιά