Σοβαρές καταγγελίες για παραλείψεις, καθυστερήσεις και ενδεχόμενη αλλοίωση κρίσιμων στοιχείων στην υπόθεση του σιδηροδρομικού δυστυχήματος διατυπώνει δημόσια η Μαρία Καρυστιανού, ανοίγοντας εκ νέου τον «φάκελο» των εκταφών και των ιατροδικαστικών πράξεων.
Στο επίκεντρο των καταγγελιών βρίσκεται το γεγονός ότι –όπως υποστηρίζει– δεν διενεργήθηκαν τοξικολογικές εξετάσεις στα θύματα, παρά το ότι, σύμφωνα με την ίδια, αυτό προβλέπεται ρητά από τα διεθνή πρωτόκολλα διερεύνησης μαζικών καταστροφών.
Τα ερωτήματα για την πυρόσφαιρα και τις χημικές ενδείξεις
Η μη διενέργεια τοξικολογικών εξετάσεων αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, σύμφωνα με την καταγγέλλουσα, λόγω συγκεκριμένων δεδομένων:
-
Η σύγκρουση ηλεκτρικών αμαξοστοιχιών, όπως επισημαίνεται, δεν δικαιολογεί από μόνη της τη δημιουργία τόσο εκτεταμένης πυρόσφαιρας.
-
Στον χώρο του δυστυχήματος αναφερόταν έντονη οσμή καυσίμων.
-
Καταγράφηκαν περιπτώσεις θυμάτων με χημικά εγκαύματα.
Οι παραπάνω ενδείξεις, σύμφωνα με νομικές και τεχνικές πηγές που παρακολουθούν την υπόθεση, καθιστούν κρίσιμη τη διερεύνηση πιθανής παρουσίας επιταχυντικών ουσιών ή άλλων χημικών παραγόντων.
Οι ιατροδικαστές και οι εντολές του Υπουργείου
Σύμφωνα με τις καταγγελίες, ιατροδικαστές από την Αθήνα μετέβησαν εσπευσμένα στη Λάρισα με εντολή του τότε Υπουργού Δικαιοσύνης Κωνσταντίνος Τσιάρας.
Η ίδια υποστηρίζει ότι:
-
Δεν πραγματοποιήθηκε αυτοψία στον χώρο του δυστυχήματος.
-
Δεν διενεργήθηκαν τοξικολογικές εξετάσεις.
Παράλληλα, αναφέρεται ρόλος της Ιατροδικαστού Λάρισας κ. Λεονταρή και άλλων συναδέλφων της, οι οποίοι –κατά την καταγγελία– δεν προχώρησαν στις προβλεπόμενες διαδικασίες.
Καταστροφή βιολογικού υλικού σε 40 ημέρες
Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί η αναφορά ότι ο Εφέτης Ανακριτής που ορίστηκε στην υπόθεση, μετά από παρέμβαση του Πρωθυπουργού, διέταξε την καταστροφή του βιολογικού υλικού εντός 40 ημερών, ενώ απέρριψε αιτήματα εκταφών.
Νομικοί κύκλοι επισημαίνουν ότι η καταστροφή βιολογικών δειγμάτων σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα μπορεί να περιορίσει δραστικά τις δυνατότητες μεταγενέστερης διερεύνησης.
Η απεργία Ρούτσι και η καθυστερημένη εκταφή
Η υπόθεση επανήλθε στο προσκήνιο τον Οκτώβριο του 2025, έπειτα από πολυήμερη απεργία του Πάνου Ρούτσι, η οποία προκάλεσε έντονη κοινωνική πίεση.
Τελικώς, διατάχθηκε εκταφή 2,5 χρόνια μετά το δυστύχημα.
Τον Νοέμβριο του 2025 κατατέθηκε πολυσέλιδο υπόμνημα προς την Εισαγγελέα Λάρισας, Παπαϊωάννου, με συγκεκριμένες προτάσεις:
-
Ποιες εξετάσεις πρέπει να γίνουν
-
Σε ποια εξειδικευμένα εργαστήρια του εξωτερικού μπορούν να ανατεθούν
Ωστόσο, σύμφωνα με τις καταγγελίες, δεν υπήρξε άμεση ανταπόκριση.
Η απάντηση της Ιατροδικαστικής Θεσσαλονίκης
Τον Δεκέμβριο του 2025, η Ιατροδικαστική Υπηρεσία Θεσσαλονίκης φέρεται να απάντησε ότι δεν διαθέτει τη δυνατότητα να διενεργήσει όλες τις απαιτούμενες εξετάσεις στη σορό.
Παρά ταύτα, όπως υποστηρίζεται, δεν υπήρξε άμεση ανάθεση σε διαπιστευμένα εργαστήρια του εξωτερικού, με αποτέλεσμα να συνεχίζεται –κατά την οικογένεια– μια περίοδος αδράνειας.
Εξώδικο στις 13 Φεβρουαρίου 2026
Λόγω της πολύμηνης καθυστέρησης, η μητέρα και ο πατέρας της Μάρθης προχώρησαν στις 13 Φεβρουαρίου 2026 σε επίδοση εξωδίκου προς την Εισαγγελέα Λάρισας.
Το αίτημά τους είναι σαφές:
Να οριστούν κατάλληλοι ιατροδικαστές και να πραγματοποιηθούν όλες οι απαραίτητες εξετάσεις, με διεθνή εργαστηριακή διασφάλιση, ώστε να απαντηθούν οριστικά τα ερωτήματα.
Η υπόθεση σε κρίσιμο σταυροδρόμι
Η υπόθεση των εκταφών αποκτά πλέον ευρύτερη θεσμική διάσταση. Τα ερωτήματα που τίθενται δεν αφορούν μόνο τεχνικές παραλείψεις, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι μηχανισμοί απονομής δικαιοσύνης σε υποθέσεις μαζικών τραγωδιών.
Η φράση με την οποία κλείνει η δημόσια τοποθέτηση είναι χαρακτηριστική:
«Όσο και αν φοβούνται, η αλήθεια θα βγει στο φως».
Η εξέλιξη των επόμενων εβδομάδων αναμένεται να κρίνει εάν ο «Φάκελος Εκταφές» θα οδηγήσει σε νέες ανακριτικές πράξεις ή σε περαιτέρω θεσμική σύγκρουση.



