Ηλίας Μπεριάτος

Ομότιμος καθηγητής χωροταξικού- περιβαλλοντικού σχεδιασμού Πανεπιστημίου Θεσσαλίας

Δημοσιεύτηκε ο νόμος (4685/20) για τον εκσυγχρονισμό της περιβαλλοντικής νομοθεσίας.   Ωστόσο, φαίνεται  ότι ο όρος  “εκσυγχρονισμός”  έχει χάσει το νόημά  του όπως εξάλλου και ο ταλαιπωρημένος όρος “μεταρρύθμιση”. Προβαίνουμε  σε αλλεπάλληλες μεταρρυθμίσεις που μάλλον απορρυθμίζουν…Και έτσι, αντί να βελτιώσουμε το θεσμικό πλαίσιο στα αναγκαία μόνο σημεία και να προχωρήσουμε σε προγράμματα υλοποίησης, αλλάζουμε διαρκώς, ατάκτως και χωρίς αξιολόγηση τη νομοθεσία, συχνά πριν καν την εφαρμόσουμε, δημιουργώντας θεσμικό χάος. Επίσης, φτιάχνουμε θεσμικά εργαλεία αλλά στη συνέχεια τα εγκαταλείπουμε στη τύχη τους (τα παραδείγματα πολλά).

Αυτό  περίπου συμβαίνει και με το θέμα της προστασίας της φύσης. Ανάμεσα στις   διατάξεις του νέου νόμου είναι και η κατάργηση των Φορέων Διαχείρισης Προστατευόμενων Περιοχών (ΦΔΠΠ). Ενός εργαλείου, που η πολιτεία δεν το στήριξε όσο και όταν έπρεπε και τώρα το καταργεί χωρίς να εισακούσει τις απόψεις πολλών και σοβαρών περιβαλλοντικών οργανώσεων της χώρας. Επειδή προσωπικά έχω συμβάλει στη  δημιουργία του θεσμού των ΦΔΠΠ στην Ελλάδα,  θεωρώ υποχρέωσή μου να επιχειρήσω κάποιες επισημάνσεις.

Για να δούμε την αποτελεσματικότητα του συστήματος που προτείνει το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΥΠΕΝ), θα πρέπει να περιμένουμε αρκετά. Εκείνο όμως το οποίο βλέπουμε τώρα, είναι η φιλοσοφία του συστήματος. Γιατί και αν ακόμα  έχει κάποιο αποτέλεσμα,  αυτό δεν θα έχει το απαραίτητο κοινωνικό, πολιτικό και οικολογικό αντίκρισμα. Με τη φιλοσοφία αυτού του συστήματος, υπάρχει  διαφωνία,  γιατί ακριβώς δεν στηρίζεται στην αποκεντρωτική λογική η οποία  συνήθως ακολουθείται διεθνώς στο θέμα αυτό.

Πράγματι, για το σωστό σχεδιασμό και τη διαχείριση των ΠΠ πρέπει να εξασφαλίζεται η τοπικότητα, η συμμετοχή, η αποκέντρωση, η λειτουργικότητα, η ευελιξία.  Και ακριβώς για το λόγο αυτό, οι ΦΔ πρέπει να έχουν θεσμική οντότητα και αυτονομία, δηλαδή νομική προσωπικότητα, όπως ακριβώς συμβαίνει με  τους φορείς πολλών άλλων «διαχειριζόμενων αντικειμένων» στη χώρα μας (π.χ. λιμάνια). Και φυσικά, κάτω από την ‘ομπρέλα’ του αρμόδιου υπουργείου περιβάλλοντος. Αντ’ αυτού προχωρούμε σε μια  γραφειοκρατική  και ονοματολογική ισοπέδωση. Οι ΦΔ δεν είναι μόνο τεχνοκρατικά συμβούλια. Είναι σύνθετες οντότητες γιατί η διοίκηση και διαχείριση των ΠΠ δεν είναι αμιγώς επιστημονικό έργο και άρα χρειάζεται η ουσιαστική -και όχι προσχηματική- συμμετοχή των κοινωνικών και παραγωγικών οργανώσεων. Οι νέες μονάδες και επιτροπές διαχείρισης δεν έχουν νομική υπόσταση ούτε και οικονομική διαχείριση. Ειδικά οι επιτροπές, μιμούνται τα κανονικά  Διοικητικά Συμβούλια των ΦΔ χωρίς να έχουν την αναγκαία διοικητική αυτοτέλεια και τις αντίστοιχες αρμοδιότητες.

Ο νέος κεντρικός Οργανισμός Φυσικού Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής   (ΟΦΥΠΕΚΑ) που  αντικαθιστά τους ΦΔ, προσθέτει  άσκοπα νέο ‘διοικητικό βάρος’  τη στιγμή που στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας υπάρχουν: α) Γενική Γραμματεία φυσικού περιβάλλοντος, β) Γενική Διεύθυνση περιβαλλοντικής πολιτικής   γ)  Διεύθυνση διαχείρισης φυσικού περιβάλλοντος και βιοποικιλότητας, δ) Επιτροπή για τη φύση (υποχρεωτική δομή λόγω της οδηγίας NATURA), της οποίας ο ρόλος  …αναζητείται καθώς και άλλες δομές. Ξεκινάμε λοιπόν …και πάλι από την αρχή, για να συγκροτήσουμε έναν ΟΦΥΠΕΚΑ  με νέο Διοικητικό Συμβούλιο, Γενικό Διευθυντή, Διευθυντές, Τμηματάρχες και στελέχη (μήπως για να αλλάξουμε τα πρόσωπα;) και μετά …να φτιάξουμε τις 24 μονάδες διαχείρισης (ΜΔΠΠ) και μετά …να συγκροτήσουμε τις συμβουλευτικές επιτροπές διαχείρισης των ΜΔΠΠ κλπ. για να φθάσουμε κάποτε και στο  στόχο μας: τη διαχείριση της φύσης!..

Το χειρότερο είναι ότι ο  ΟΦΥΠΕΚΑ αναλαμβάνει και τα πολύ γενικά και ‘βαριά’ ζητήματα της κλιματικής αλλαγής και της αειφόρου ανάπτυξης που αντιπροσωπεύουν  σχεδόν όλες τις δράσεις του ΥΠΕΝ (κυριολεκτικά ένα υπουργείο …μέσα στο υπουργείο) και που συμπλέκονται αδόκιμα και αχρείαστα με το ειδικότερο θέμα των Προστατευόμενων Περιοχών. Επιπλέον, ακόμα κι’ αν δεχόμασταν την ανάγκη ύπαρξης ενός κεντρικού φορέα πέραν των υπαρχουσών κεντρικών δομών, αυτό δεν θα αναιρούσε τη δυνατότητα και τη σκοπιμότητα διατήρησης των υφιστάμενων φορέων διαχείρισης ως νομικών προσώπων.

Από την άλλη πλευρά και εστιάζοντας την κριτική μας στο περιεχόμενο των χωρικών διευθετήσεων, καθίσταται φανερό ότι η προτεινομένη ρύθμιση των ζωνών στις ΠΠ πάσχει μεθοδολογικά και ουσιαστικά  ενώ διαπιστώνεται εννοιολογική σύγχυση μεταξύ  των  όρων  ‘ζώνη’ ‘περιοχή’ και ‘χρήση γης’. Προβληματικά και τα περί χαρακτηρισμών των αντικειμένων προστασίας, των σχεδίων και μελετών καθώς και των μεταξύ τους σχέσεων ενώ γίνεται (ανάμεσα σε άλλες ορολογικές αστοχίες) αδόκιμη και καταχρηστική χρήση του όρου «διακυβέρνηση».

Συμπερασματικά, οι ΦΔ απαξιώθηκαν αδικαιολόγητα με έωλα επιχειρήματα τη στιγμή που μόνοι και αβοήθητοι και παρά τα προβλήματα τις αδυναμίες τους, έκαναν  αξιόλογο έργο από το 2003. Αντί να αναληφθεί, από το ΥΠΕΝ, μια γενναία προσπάθεια υποστήριξης, αναβάθμισης και βελτίωσης του έτοιμου δικτύου των ΦΔ,  αποδοθήκαν  σ’ αυτούς  ευθύνες που δεν τους ανήκαν, για όλα τα κακώς κείμενα  της προστασίας της φύσης στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα τη προσχηματική κατάργησή τους. Κρίμα…