Πολλοί ζωγράφοι και θεωρητικοί τέχνης εστιάζουν την μελέτη του αισθητικού αντικειμένου στην σχέση του σχεδίου με το χρώμα. Όμως αυτό που ενοποιεί το έργο και δίνει την αισθητική μαγεία στην εικόνα είναι το φως.

Όχι το φως που αναλύεται σε χρώμα, όπως εφάρμοσαν στις εκ του φυσικού συνθέσεις τους οι ιμπρεσιονιστές, αλλά το φως που συλλαμβάνεται από το μάτι του καλλιτέχνη και αφού φιλτραριστεί από το πνεύμα του, μορφώνει τα σχήματα της οπτικής πραγματικότητας με μια εσωτερική δύναμη, που μπορεί να μετουσιώσει κάθε τι σε έργο τέχνης.

Εδώ, η φαινομενικά μηχανική αποτύπωση της οπτικής στιγμής από την φωτογραφική κάμερα μπορεί να συμπληρώσει την γνώση της δομής του φωτός και της σκιάς, όπως ανακαλύπτονται στον αληθινό τους χαρακτήρα, σύμφωνα με τις διατυπώσεις του κορυφαίου εκπροσώπου του κινήματος του “ρομαντισμού” Ευγένιου Ντελακρουά, θαυμαστή και χρήστη της νέας τέχνης στα τέλη του 19ου αιώνα.

Από το 1859, που ο συμβολιστής ποιητής Σάρλ Μπωντλαίρ εξομοίωσε την φωτογραφία σε μια μορφή εικαστικής τέχνης, μέχρι τις μέρες μας, όλοι σχεδόν οι εικαστικοί καλλιτέχνες, άλλοι βέβαια περισσότερο και εμφανώς και άλλοι λιγότερο και έμμεσα, έχουν χρησιμοποιήσει ή επηρεαστεί από την φωτογραφία, αναλογική ή ψηφιακή και τις δυνατότητες της.

Μιλώντας προσωπικά κι έχοντας θητεύσει αρκετά χρόνια στην συστηματική μελέτη του ανθρώπινου γυμνού σώματος με τις ανατομικές, ζωγραφικές “Σωματογραφίες” μου (Bodygraphics) αλλά και του φυσικού και εννοιακού τοπίου με τις “Νεφελογραφίες” μου (Nebulagraphics), διαπιστώνω ότι κάνοντας σπουδές εκ του φυσικού σπάνια μπορούσα να προσηλωθώ πλήρως στο μοντέλο ή στο αντικείμενο που με ενδιέφερε. Εδώ η φωτογραφία με βοήθησε στην πιο αντικειμενική σύλληψη της εικόνας – παράστασης που ήθελα να αποδώσω. Βέβαια, με την προϋπόθεση της αναγκαίας εσωτερικής επεξεργασίας και προσωπικής προσέγγισης. Έτσι η χρήση της φωτογραφίας ήταν ενίοτε θελκτική για την ανάπτυξη των αισθητικών μου αναζητήσεων.

Ιδιαίτερα κατά την διάρκεια των σπουδών μου στο Πανεπιστήμιο The New School του Μανχάταν, είχα την τύχη να δουλέψω στο περίφημο εργαστήριο επιδιόρθωσης φωτογραφιών του Jose Orraca. Εκεί παρακολούθησα όλο το στάδιο ανασύστασης του κόκκου της φωτογραφίας και δούλεψα επιμελώς με ακουαρέλα, σύμφωνα με τον «κώδικα ηθικής» που επιτρέπει την διόρθωση των φωτογραφιών μόνο με υλικό που μπορεί εύκολα να αφαιρεθεί χωρίς να επιφέρει αλλοιώσεις στην αρχική υφή των τυπωμένων φωτογραφιών.

Φωτογραφίες συλλεκτικές που ανήκαν συνήθως σε γνωστές συλλογές, μουσεία και οίκους δημοπρασιών και που είχαν ανάγκη επιδιόρθωσης, για να εκτεθούν ή να δημοπρατηθούν, με έφεραν πολύ κοντά στον κόσμο της φωτογραφίας.

Ειδικά στις φωτογραφίες του Βαρώνου Βίλχελμ Βαν Γκλόντεν και του Ρόμπερτ Μάπλθορπ επεσήμανα χαρακτηριστικά μοτίβα από πολλά κοινά συνθετικά σημεία όσον αφορά την θέση του γυμνού σώματος στο χώρο που συστηματικά ανάπτυξα στη σειρά σχεδιαστικών και ζωγραφικών ανατομικών έργων μου Σωματογραφίες-Bodygraphics. Η πρώτη ουσιαστική προσπάθεια να υλοποιήσω τις εικαστικές ιδέες μου με τη χρήση φωτογραφίας ήταν στο τέλος του 1983. Μια απλή φωτογραφία του προσώπου μου που είχε τραβήξει ο συνεργάτης μου φωτογράφος Α.Ε.Καρμίρης ήταν η αφορμή. Η επεξεργασία της ίδιας φωτογραφικής πόζας με πρόσθεση και αφαίρεση μελάνης και με την χάραξη πάνω της εννοιολογικών συμβόλων (ονόματα, αλγεβρικοί τύποι, σύμβολα) έδωσαν ενδιαφέρουσες παραλλαγές της μεταμορφωμένης έκφρασης του προσώπου μου. Η σειρά αυτή εκτέθηκε για πρώτη φορά στο Ρότζεστερ της Νέας Υόρκης το 1984. (Art Gallery, Writers and Books Inc). Επίσης το 1985 η τολμηρή performance μου στο Central Park της Νέας Υόρκης, αφιέρωμα στη μνήμη του Τζων Λέννον, με τίτλο “Living Momument” και οι ανατυπώσεις δεκάδων φωτογραφικών ντοκουμέντων από αυτή τη ζωντανή εικαστική δράση μου στο Strawberry Fields με εξοικείωσε πλήρως με τις φωτογραφικές αναπαραγωγές.

Μετά το πέρας των σπουδών μου στην Νέα Υόρκη και την εγκατάστασή μου στην Αθήνα το 1986 παράλληλα με την ζωγραφική ασχολήθηκα εντατικά και πολλαπλά με την Performance (ζωντανή εικαστική παράσταση). Επίσης το 1987 στην Γκαλερί Dada παρουσίασα, σε μια εποχή που ήταν ακόμη σπάνιες οι φωτογραφικές εκθέσεις, έκθεση φωτογραφίας με τίτλο “Ο καλλιτέχνης και το μοντέλο”. Η έκθεση αυτή είχε δύο ενότητες. Στην μία ήταν φωτογραφίες που είχα τραβήξει ο ίδιος από τα μοντέλα μου για τις ζωγραφικές μου Σωματογραφίες-Bodygraphics και τις performance, ενώ στην άλλη φωτογραφίες στις οποίες πόζαρα σαν μοντέλο για άλλους ζωγράφους, φωτογράφους και λογοτέχνες. Δεν είναι τυχαίο ότι η αφιερωματική μου σύλληψη για τα πρώτα θύματα από το Aids, με τίτλο  «Μνημείο για τους νέους που πέθαναν νωρίς…» το 1987 καθώς και η εναρκτήρια εκδήλωση τέχνης του Art Studio «EST», της ομάδας καλλιτεχνών που ίδρυσα το 1990, με κύριο στόχο την προώθηση και την έρευνα νέων εικαστικών μορφών και τάσεων, ήταν επίσης performance – αφιέρωμα στον πρωτοπόρο φωτογράφο γυμνών Βίλχελμ Βαν Γκλόντεν (1856-1931) και έγινε στην Dada Art Gallery.

Με την επιλογή του μοντέλου μου που ενσάρκωνε την σωματική φόρμα που αναζητούσα (αρμονικό γυμνασμένο σώμα με πρωτογονική έκφραση) ξεκίνησα τα επόμενα χρόνια συστηματικά τις φωτογραφίσεις στη Βραυρώνα της Αττικής, στις όχθες του ποταμού Λούσιου στην Ορεινή Αρκαδία, στον ναό του Ποσειδώνα στο Σούνιο και στον αρχαιολογικό χώρο πέριξ του ναού του Ολυμπίου Διός στην Αθήνα. Οι λήψεις πλέον γίνονταν όχι με σκοπό την παράπλευρη μεταφορά του θέματος σε κάποιο πίνακα, ή κάποια άλλη βοηθητική εφαρμογή, αλλά για το αυτόνομο φωτογραφικό αποτέλεσμα. Ομολογώ ότι η διαδικασία λήψης μιας φωτογραφίας είναι αρκετά επίπονη για το μοντέλο, αλλά και για την ψυχική κατάσταση του φωτογράφου. Δούλευα βασικά με προσχεδιασμένες πόζες, αλλά η αισθητική ολοκλήρωση ήταν δυνατόν να επιτευχθεί μόνο όταν η ταύτιση του μοντέλου με την άποψή μου ήταν πλήρης. Έτσι η σύλληψη της στιγμή από την σύζευξη της ζωντανής εικόνας και της έκφρασης του μοντέλου έδινε προέκταση στη δική μου οπτική. Στις συγκεκριμένες φωτογραφίσεις κύριο στοίχο των συνθέσεων ήταν το Σώμα-Σύμβολο. Το ανθρώπινο σώμα ενσωματωμένο στο φυσικό περιβάλλον μυθικών περιοχών με διαχρονική οντότητα. Βράχια στο χρώμα της τέφρας, πετρώματα σαν από ξύλα απολιθωμένα, διάφανο νερό, φως που ενοποιεί τους όγκους και σαν την ζωγραφική «λαζούρα» αποξενώνει ποιητικά την εικόνα από την πραγματικότητα.

Η ποιήτρια Edna Millay έχει αναφέρει στη συλλογή της με τίτλο «Μοιραία συνέντευξη»: Μόνον ο Ευκλείδης είδε την ομορφιά γυμνή.

Εννοεί βέβαια ότι ο κορυφαίος θεμελιωτής της Γεωμετρίας του τρισδιάστατου χώρου μπόρεσε να δει και να συλλάβει την καθαρή ποίηση και την ομορφιά, που προσδίδουν οι αναλογίες του Κόσμου μας. Σε αντιπαράθεση με τον Κόσμο, το ανθρώπινο σώμα μπορεί να θεωρηθεί σαν μια συνισταμένη μικρογραφία των δυνάμεων και σχέσεων που διέπουν το σύμπαν. Η θέαση και μελέτη του σώματος οδήγησε τον άνθρωπο, από την παλαιολιθική εποχή, όπως αποδεικνύουν έξοχες τοιχογραφίες σπηλαίων, στην απεικόνιση του σώματος σε όλες τις φάσεις και δραστηριότητες.

Στην πορεία των αιώνων το Σώμα σαν αισθητικό αντικείμενο έχει αποδοθεί από κορυφαίους δημιουργούς με κάθε δυνατή εικαστική προσέγγιση. Ήταν επόμενο αμέσως μετά την ανακάλυψη της φωτογραφικής τέχνης το θέμα του σώματος και ιδιαίτερα του γυμνού να ελκύσει τους φωτογράφους. Ήδη από το 1850 σημαντικοί και τολμηροί φωτογράφοι όπως ο Braquehais, ο Nadar, ο Durieu, ο Plüschow, ο Von Gloeden, ο Muybridge, ο γνωστός ζωγράφος Thomas Eakins, ο Steichen, ο Cunningham, ο Weston, αλλά και πολλοί άλλοι, διερεύνησαν φωτογραφικά το ανθρώπινο σώμα σαν αισθητικό πρότυπο. Με επιμονή και έμπνευση μελέτησαν τη φόρμα του σε σχέση με το φως και τη σκιά και αξιοποίησαν τις τεχνικές δυνατότητες του νέου εκφραστικού μέσου, της φωτογραφίας δηλαδή, με την ίδια συνέπεια, που οι δημιουργοί την Αναγέννησης προσάρμοσαν στα έργα τους τις πρώτες πειραματικές και ενίοτε απαγορευμένες ανατομικές μελέτες από τα χαρακτικά με τα κλασικά μοτίβα.

Πέρα όμως από απλό, φυσικό και ενδιαφέρον θέμα, το σώμα είναι ένα υπαρξιακό σήμα και ένα ζωντανό εκφραστικό σινιάλο του πάθους και του επίγειου κάλλους που κερδίζει την “αθανασία” σαν καλλιτέχνημα. Στην σύγχρονη εποχή το σώμα έχει φωτογραφηθεί πολυπρισματικά και ειδικά στις περιπτώσεις του Robert Mapplethorpe, του David Hockney, αλλά και του Peter Greenaway, που χρησιμοποιούσαν την φωτογραφία με καθαρά εικαστική οπτική, έχει δοθεί έμφαση στο σώμα-σύμβολο ερωτισμού, λαγνείας αλλά και ποιητικής μεταμόρφωσης.

Οι μελέτες και η εμπειρία μου με οδήγησαν σε μια προσωπική προσέγγιση του θέματος. H παρουσία του γυμνού σώματος στο χώρο εκτός των ορατών ποικιλομορφικών αποδόσεων έχει εν δυνάμει υπαρξιακό συμβολισμό. Η εξωτερική ορατή ομορφιά εμπεριέχει την Πλατωνική αντίληψη σώμα = φυλακή – τάφος της ψυχής.

Η σειρά φωτογραφιών μου με τίτλο «Εναγκαλισμοί» θα μπορούσαν να γίνουν και ζωγραφικοί πίνακες. Αν και ποτέ δεν δέχτηκα ότι τα πολύπλοκα τεχνικά μέσα είναι το άπαν για το αισθητικό αποτέλεσμα έδωσα ιδιαίτερη προσοχή στα συνθετικά στοιχεία του κάδρου μου. Ομολογώ όμως, ότι χωρίς το συγκεκριμένο μοντέλο-αποκλειστικό συνεργάτη μου, που ταυτίστηκε με την άποψή μου προσδίδοντας αίσθημα και πνευματικότητα στις συνθέσεις μου οι φωτογραφίες ίσως θα ήταν κοινότυπες πόζες. Με απλές φόρμες επιδίωξα να σηματοδοτήσω υπαινικτικά το είδωλο ενός σώματος, που σφραγίζεται από το «ήθος» της εσωτερικότητας. Δεν ήθελα να ολισθαίνω στη μιμητική και «κιτς» αναπαράσταση, που είναι τόσο εύκολη και φθηνή, χάρις στην έλλειψη σφαιρικής παιδείας, ιδίως σήμερα που τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν την ευκολία διασποράς άπειρων φωτοεικόνων σε στυλιζαρισμένες συνήθως πόζες. Οι συνθέσεις μου επιθυμούσα να σκιαγραφούν το πανάρχαιο θέμα με τεχνοτροπική απλότητα και εκφραστική δύναμη. Το σώμα, όπως και το πρόσωπο άλλωστε, μας προσκαλεί αέναα σε μια βιωματική αισθητική ανάπλαση των αναλογιών, που διακρίνει η όραση και η φαντασία μας. Ο φωτογραφικός φακός, με τους δικούς του νόμους χρήσης, παράγει ένα νέο σώμα εν δυνάμει αυτόνομο είδωλο της υποκειμενικής πρόσληψης.

Οι «Εναγκαλισμοί» λοιπόν ξεκίνησαν στον αρχαιολογικό χώρο των Δελφών και τις πέριξ πλαγιές, στο πιο απόκρημνο σημείο του ακρωτηρίου του Σουνίου και στην είσοδο του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου στην Αθήνα. Τρεις φαινομενικά αντίθετοι χώροι που συνδέονται όμως με το μεγαλείο και το πνεύμα του αρχαίου κόσμου. Το Μαντείο των Δελφών, στον ορεινό ομφαλό της γης, το Σούνιο ναός του Ποσειδώνα στην άκρη της Αττικής, το Μουσείο στο αστικό κέντρο της νέας Αθήνας. Ο νέος αγκαλιάζει θάμνους στο χειμερινό τοπίο της Απολλώνιας εποπτείας, αγκαλιάζει μαρμάρινα κομμάτια που έχουν κατρακυλήσει στο γκρεμνό. Κομμάτια στήλης του ναού του Ποσειδώνα που κανείς τόσους αιώνες δεν ανέσυρε και το νερό της θάλασσας έχει λειάνει, αναδεικνύοντας ακόμη περισσότερο το αθάνατο λευκό τους. Ο ίδιος αγκαλιάζει τη βάση νεοκλασικής στήλης στην είσοδο του Αθηναϊκού Μουσείου. Συμβολική αντίθεση και συναισθηματική κατάθεση συγγενής και ανάλογη με αυτή που υπάρχει σε έργα ρομαντικών ζωγραφικών συνθέσεων του 19ου αιώνα. Η παρουσία όμως και η έκφραση του γυμνού ανθρώπινου κορμού, φορτίζουν τις εικόνες με ένα ελκυστικό αίνιγμα. Ένα αίνιγμα που αναιρεί τις αναλύσεις… Μένει μόνο η στιγμιαία οπτική δράση που καταγράφει το φως. Η δράση που στοχεύει στη λιτή και σιωπηλή ομορφιά των Εναγκαλισμών. Οι συνθέσεις αυτές με τίτλο «Συλλήψεις στο Αττικό Φώς» εκτέθηκαν αρχικά στο ART STUDIO EST στην Αθήνα, στην Γκαλερί GERT του Άμστερνταμ, στον πολυχώρο RODA STEN Γκετενμπόργκ και συνολικά στο La Maison De La Grece στο Παρίσι.

Οι δυνατότητες συνδυασμού των ζωγραφικών αξιών με τις φωτογραφικές τεχνικές έδωσαν πολλές φορές αισθητικές λύσεις σε εικαστικά προβλήματα. Η φωτογραφία έδωσε εμφανώς τη δυνατότητα να συλλάβουμε μια στιγμή του πραγματικού. Ήδη πριν από το τέλος του 20ου αιώνα η κλασική φωτογραφία με τα αρνητικά που εκτυπώνονται στο σκοτεινό θάλαμο έχει αντικατασταθεί από τις σύγχρονες ψηφιακές μεθόδους λήψης και φωτογράφισης του αισθητικού αντικειμένου. Οι άφθονες πλέον ψηφιακές εικόνες διεύρυναν πολλαπλάσια τους εκφραστικούς τρόπους και στο εικαστικό πεδίο, ενώ εύκολα προσβάσιμες στη διαδικτυακή εικονική πραγματικότητα είναι χαρακτηριστικά σινιάλα των τεχνικών επιτευγμάτων της εποχής και των απόψεων της.

Αναμφίβολα σαν εικαστικός καλλιτέχνης θαυμάζω πάντα την σαγηνευτική δυνατότητα του φακού να συλλαμβάνει αυτόματα το φευγαλέο. Παράλληλα με τις ζωγραφικές αποκρυσταλλώσεις και ιδεογραφικές καταγραφές μου συνεχίζω να φωτογραφίζω μοντέλα και δράσεις με ψηφιακά μέσα αξιοποιώντας τις ατέρμονες δυνατότητες των σύγχρονων αναζητήσεων.

Κώστας Ευαγγελάτος Εικαστικός, Λογοτέχνης, Θεωρητικός τέχνης.

(Ενδεικτικές Σωματογραφίες και Φωτοεικόνες από το αρχείο του Art Studio «EST»)