Η απώλεια, ή η αλλοίωση της γεύσης (δυσγευσία) είναι ένα γνωστό πλέον σύμπτωμα της COVID-19. Είναι επίσης μια παρενέργεια πολλών άλλων ασθενειών και φαρμάκων, συμπεριλαμβανομένου του Paxlovid, του νέου αντιικού φαρμάκου για τη θεραπεία της λοίμωξης από τον νέο κορονοϊό SARS-CoV-2.

Αν και επηρεάζει λιγότερο από το 6% των ατόμων που λαμβάνουν Paxlovid, ορισμένοι αναφέρουν μια “απαίσια” αίσθηση γεύσης, που τους εμφανίστηκε αμέσως μετά την έναρξη λήψης του φαρμάκου.

Η δυσγευσία περιγράφεται ως πικρή, μεταλλική, ή ξινή γεύση στο στόμα. Τι ακριβώς είναι όμως και τι συμβαίνει στο σώμα όταν συμβαίνει;

Τι συμβαίνει στον εγκέφαλο όταν γευόμαστε;

Εκτός από την ευχαρίστηση που απολαμβάνουμε από την κατανάλωση ενός φαγητού που έχει καλή γεύση, η αίσθηση της γεύσης μας εξυπηρετεί και σε άλλους σκοπούς. Η γεύση μας βοηθά να αποφασίσουμε τι θα φάμε, διασφαλίζοντας ότι παίρνουμε αρκετά θρεπτικά συστατικά και ενέργεια. Μας βοηθά επίσης να μεταβολίσουμε τις τροφές που έχουμε φάει.

Η αίσθηση της γεύσης μπορεί επίσης να μας προστατεύσει από την κατανάλωση επικίνδυνων για την υγεία μας τροφών και ποτών, όπως δηλητήρια, ή τρόφιμα που έχουν χαλάσει.

Υπάρχουν περίπου 10.000 γευστικοί κάλυκες στο ανθρώπινο στόμα, με κάθε γευστικό κάλυκα να έχει έως και 150 γευστικούς υποδοχείς. Αυτοί οι γευστικοί υποδοχείς στους γευστικούς μας κάλυκες βοηθούν στην ανίχνευση του αν το φαγητό είναι αλμυρό, γλυκό, πικρό, ή ξινό.

Οι γευστικοί κάλυκες μεταδίδουν πληροφορίες στον εγκέφαλο σχετικά με το τι τρώμε μέσω διαφόρων νευρικών οδών.

Οι πληροφορίες σχετικά με τη γεύση μεταδίδονται πρώτα στο εγκεφαλικό στέλεχος στη βάση του εγκεφάλου και στη συνέχεια αποστέλλονται σε όλον τον εγκέφαλο μέσω συνδεδεμένων οδών, φτάνοντας στον μετωπιαίο φλοιό στο μπροστινό μέρος του εγκεφάλου. Αυτή η περιοχή συνδέεται με τις αισθητήριες περιοχές και το μεταιχμιακό σύστημα, το οποίο βοηθά στην κωδικοποίηση της μνήμης και του συναισθήματος από αυτό που τρώμε/πίνουμε.

Τρεις πιθανές αιτίες για τη δυσγευσία

Εκτός από την άμεση βλάβη στη γλώσσα και στο στόμα, η δυσγευσία μπορεί να προκληθεί από διάφορους παράγοντες, όπως: μόλυνση ή ασθένεια, φάρμακα, ή βλάβη στο κεντρικό νευρικό σύστημα.

Λοίμωξη, ή ασθένεια

Αλλαγές στη γεύση έχουν αναφερθεί μετά από μόλυνση από γρίπη, αλλεργικό πυρετό, διαβήτη, καρδιακές παθήσεις και άλλα.

Σήμερα, μια από τις πιο συχνές αιτίες δυσγευσίας είναι η COVID-19, με την απώλεια γεύσης ένα από τα πρώτα συμπτώματα που βιώνουν πολλοί ασθενείς. Έρευνες δείχνουν, ότι η δυσγευσία εμφανίζεται σε περίπου 33-50% των ατόμων με COVID-19, αν και παρατηρείται σπανιότερα με τις νεότερες παραλλαγές του κορονοϊού. Έχει επίσης αναφερθεί ως επίμονο σύμπτωμα της μακροχρόνιας COVID-19.

Οι επιστήμονες δεν γνωρίζουν ακριβώς γιατί η COVID-19, ή άλλες λοιμώξεις, προκαλούν δυσγευσία. Ορισμένες πρόσφατες θεωρίες επικεντρώνονται στο πώς ο κορονοϊός SARS-CoV-2 που προκαλεί την COVID-19 πυροδοτεί μια φλεγμονώδη απόκριση, δεσμεύοντας τους υποδοχείς στο στόμα. Αυτό μπορεί να προκαλέσει αλλαγές στα μοριακά και κυτταρικά μονοπάτια, κάτι που ενδεχομένως μεταβάλλει την αίσθηση της γεύσης.

Λόγω των στενών δεσμών μεταξύ γεύσης και όσφρησης, η βλάβη που προκαλείται από ιούς στην επένδυση της μύτης μπορεί να είναι αρκετή, για να προκαλέσει διαταραχή της γεύσης.

Ένας ιός θα μπορούσε επίσης να προκαλέσει πιο άμεση βλάβη στους γευστικούς κάλυκες, στα νεύρα που εμπλέκονται στη γεύση ή στις περιοχές του εγκεφάλου που είναι υπεύθυνες για την επεξεργασία της διαδικασίας ανάλυσης της γεύσης.

Τραυματισμός

Η απώλεια της γεύσης μπορεί επίσης να ακολουθήσει κάποια βλάβη στα νεύρα και τις εγκεφαλικές οδούς, που εμπλέκονται στην αντίληψη της γεύσης.

Αυτό μπορεί να οφείλεται σε βλάβες στα νεύρα, ή στον εγκεφαλικό ιστό, ή μπορεί να οφείλεται σε απώλεια της επικάλυψης λιπώδους μυελίνης, της ουσίας που αποτελεί την μόνωση των νευρικών οδών που χρησιμοποιούνται για τη σηματοδότηση της γεύσης. Σε σπάνιες περιπτώσεις, η δυσγευσία μπορεί επίσης να οφείλεται σε όγκους στον εγκέφαλο.

Φάρμακα

Η δυσγευσία είναι μια γνωστή παρενέργεια πολλών φαρμάκων, συμπεριλαμβανομένων των αντιβιοτικών και των φαρμάκων για τη νόσο του Πάρκινσον, την επιληψία και τον HIV.

Μπορεί να υπάρχουν διάφοροι λόγοι για αυτό. Τα ίδια τα φάρμακα μπορεί να έχουν μια πικρή γεύση, που παραμένει στους γευστικούς μας κάλυκες.

Τα φάρμακα μπορούν επίσης να ενεργοποιήσουν συγκεκριμένους γευστικούς υποδοχείς που ανιχνεύουν πικρές, ξινές, ή μεταλλικές γεύσεις, ενεργοποιώντας αυτούς τους υποδοχείς γεύσης με τρόπο, που δεν βιώνουμε συχνά με το φαγητό μας.

Το νέο αντιικό φάρμακο Paxlovid είναι σχεδόν 90% αποτελεσματικό στην μείωση των νοσηλειών και των θανάτων λόγω COVID-19.

Ωστόσο, η δυσγευσία είναι μια σημαντική παρενέργεια του Paxlovid. Αν και εμφανίζεται σε λιγότερο από το 6% των ασθενών που το λαμβάνουν, η δυσγευσία που προκαλεί έχει καθιερωθεί ως «στόμα Paxlovid».

Το Paxlovid είναι στην πραγματικότητα δύο φάρμακα: νιρματρελβίρη και ριτοναβίρη. Η νιρματρελβίρη είναι το κύριο αντιικό φάρμακο για την καταπολέμηση της COVID-19. Η ριτοναβίρη χορηγείται ταυτόχρονα, για να σταματήσει η πολύ γρήγορη διάσπαση της  νιρματρελβίρης, ώστε να μπορεί αυτή να παραμείνει ενεργή στον οργανισμό, για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

Η ριτοναβίρη έχει πικρή γεύση και προκαλεί δυσγευσία, όταν λαμβάνεται μόνη της ή σε συνδυασμό με άλλα φάρμακα. Αν και ο μηχανισμός δεν έχει ερευνηθεί, η ριτοναβίρη θα μπορούσε να είναι ο υποκείμενος παράγοντας πίσω από το φαινόμενο “στόμα Paxlovid”.

Αφήνει μια άσχημη γεύση

Αν και μπορεί να είναι δυσάρεστη αίσθηση, η δυσγευσία είναι συνήθως βραχύβια και κατά κανόνα βελτιώνεται μετά την ολοκλήρωση της φαρμακευτικής αγωγής, ή την επίλυση της λοίμωξης.

Τα άτομα που παρουσιάζουν παρατεταμένες αλλαγές στη γεύση θα πρέπει να αναζητήσουν ιατρική εκτίμηση, για να προσδιορίσουν την υποκείμενη αιτία. Βραχυπρόθεσμα, οι παστίλιες, οι καραμέλες και οι γαργάρες με θαλασσινό νερό μπορεί να κάνουν τη δυσγευσία πιο διαχειρίσιμη.

Αν και μπορεί να είναι μια δυσάρεστη επίδραση του Paxlovid, η βραχυπρόθεσμη δυσγευσία είναι απλά ένας “ευχάριστος πονοκέφαλος” μπροστά στην μεγάλη αποτελεσματικότητα του φαρμάκου στην μείωση της σοβαρότητας της COVID-19.

Πηγές: https://www.health.comhttps://www.theatlantic.comhttps://www.sciencealert.com

Πηγή: iatropedia.gr

Προηγούμενο άρθροΘρίλερ στην Ελλάδα με τις χρυσές λίρες: Δείτε τι έχει συμβεί
Επόμενο άρθροΤα smartphone μας… ακούνε: Πώς μας παρακολουθούν και στέλνουν διαφημίσεις