Δημόσιο: Το σχέδιο που μπορεί να τινάξει στον αέρα τη μονιμότητα – και γιατί το 2026 προμηνύεται εκρηκτικό

Μια συζήτηση που για δεκαετίες θεωρούνταν πολιτικό ταμπού επανέρχεται δυναμικά στο προσκήνιο και απειλεί να αλλάξει εκ βάθρων τον χαρακτήρα της ελληνικής δημόσιας διοίκησης. Η κυβέρνηση έχει πλέον καταστήσει σαφές ότι η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων δεν αποτελεί «ιερή αγελάδα», ανοίγοντας τον δρόμο για μια από τις πιο αμφιλεγόμενες συνταγματικές αναθεωρήσεις της Μεταπολίτευσης.

Η αφετηρία δόθηκε το 2025, όταν ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έθεσε δημόσια το ζήτημα, δηλώνοντας ότι η Νέα Δημοκρατία προτίθεται να προτείνει την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος. Πρόκειται για τη διάταξη που κατοχυρώνει τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων, μια θεσμική εγγύηση που εισήχθη πριν από περίπου έναν αιώνα από τον Ελευθέριος Βενιζέλος, με στόχο την αποκομματικοποίηση της διοίκησης.

Το χρονοδιάγραμμα της σύγκρουσης

Σύμφωνα με κυβερνητικούς σχεδιασμούς, η ουσιαστική μάχη μεταφέρεται στις αρχές του 2026. Τότε αναμένεται να ξεκινήσει επίσημα η διαδικασία συνταγματικής αναθεώρησης, η οποία –βάσει Συντάγματος– απαιτεί δύο ψηφοφορίες σε δύο διαδοχικές Βουλές. Η τρέχουσα Βουλή θα λειτουργήσει ως προτείνουσα, ενώ η επόμενη, με ορίζοντα το 2028, θα λάβει τις τελικές αποφάσεις. Σε ορισμένα άρθρα μάλιστα απαιτείται αυξημένη πλειοψηφία 180 βουλευτών, γεγονός που καθιστά αναγκαίες πολιτικές συναινέσεις.

Η κυβέρνηση εμφανίζεται αποφασισμένη να καταστήσει την άρση ή τον δραστικό περιορισμό της μονιμότητας κεντρικό άξονα ενός ευρύτερου πακέτου μεταρρυθμίσεων στο Δημόσιο. Στην καρδιά αυτής της στρατηγικής βρίσκεται η θεσμική κατοχύρωση της «αξιολόγησης», η οποία, σύμφωνα με την κυβερνητική επιχειρηματολογία, πρέπει να συνδέεται με πραγματικές συνέπειες – ακόμη και με την απομάκρυνση υπαλλήλων που κρίνονται διαχρονικά ανεπαρκείς.

Αξιολόγηση και απολύσεις: μια ευθεία σύνδεση

Οι δηλώσεις του πρωθυπουργού δεν άφησαν πολλά περιθώρια παρερμηνειών. Η μονιμότητα, όπως τόνισε, δεν μπορεί να λειτουργεί ως μηχανισμός αδράνειας. Υπάλληλοι που παρουσιάζουν δομική και συστηματική ανεπάρκεια, σύμφωνα με αυτή τη λογική, θα πρέπει να μπορούν να απομακρύνονται από τη διοίκηση. Παράλληλα, η άρνηση συμμετοχής στις διαδικασίες αξιολόγησης χαρακτηρίζεται ασύμβατη με μια σύγχρονη δημόσια διοίκηση και, όπως προαναγγέλλεται, θα συνοδεύεται από κυρώσεις.

Το πλαίσιο αυτό ενισχύεται περαιτέρω από το νέο πειθαρχικό δίκαιο που ψηφίστηκε το 2025 (ν. 5225/2025). Ο νόμος αυτός εισάγει αυστηρότερες ποινές, διευρύνει τα πειθαρχικά αδικήματα και προβλέπει μέτρα που φτάνουν μέχρι την οριστική παύση – δηλαδή την απόλυση. Περιλαμβάνει επίσης βαριά διοικητικά πρόστιμα, στέρηση μισθολογικής εξέλιξης για χρόνια και την ποινικοποίηση της άρνησης συμμετοχής στην αξιολόγηση ως αυτοτελούς πειθαρχικού παραπτώματος.

«Αιτία πολέμου» για τα συνδικάτα

Απέναντι σε αυτόν τον σχεδιασμό, το συνδικαλιστικό κίνημα των δημοσίων υπαλλήλων προετοιμάζεται για μετωπική σύγκρουση. Η ΑΔΕΔΥ έχει ξεκαθαρίσει ότι οποιαδήποτε απόπειρα κατάργησης της μονιμότητας θα αντιμετωπιστεί ως «αιτία πολέμου». Μετά και τις πρόσφατες εξελίξεις στους συσχετισμούς δυνάμεων στο εσωτερικό της, εκτιμάται ότι το 2026 θα είναι χρονιά έντονων κινητοποιήσεων, απεργιών και πολιτικής πίεσης.

Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις υποστηρίζουν ότι το νέο πειθαρχικό πλαίσιο, σε συνδυασμό με την αξιολόγηση, δημιουργεί ένα ασφυκτικό περιβάλλον. Όπως τονίζουν, μετακυλίει τις χρόνιες παθογένειες του κράτους –όπως η υποστελέχωση και η έλλειψη πόρων– στις πλάτες των εργαζομένων και ιδίως των προϊσταμένων, φορτώνοντάς τους «ατομικές ευθύνες» για συστημικά προβλήματα.

Οι συνταγματολόγοι κρούουν τον κώδωνα

Ιδιαίτερα αιχμηρή είναι και η κριτική από τον χώρο της νομικής επιστήμης. Ο συνταγματολόγος Ακρίτας Καϊδατζής έχει χαρακτηρίσει την πρόταση άρσης της μονιμότητας επικίνδυνη οπισθοδρόμηση, υποστηρίζοντας ότι χωρίς αυτήν την εγγύηση η χώρα κινδυνεύει να επιστρέψει σε πελατειακές πρακτικές του 19ου αιώνα. Όπως επισημαίνει, η συνταγματική μονιμότητα δεν εμπόδισε ποτέ την απομάκρυνση επίορκων ή ανεπαρκών υπαλλήλων· αντιθέτως, απέτρεψε τις μαζικές, κομματικά υποκινούμενες απολύσεις.

Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Ξενοφών Κοντιάδης έχει μιλήσει για «αναθεωρητικό λαϊκισμό», προειδοποιώντας ότι η αποδόμηση θεμελιωδών εγγυήσεων του Συντάγματος δεν οδηγεί σε εκσυγχρονισμό, αλλά σε αποσταθεροποίηση της δημόσιας διοίκησης.

Ένα ρήγμα με απρόβλεπτες συνέπειες

Καθώς το 2026 πλησιάζει, γίνεται σαφές ότι το ζήτημα της μονιμότητας δεν είναι απλώς μια τεχνική μεταρρύθμιση. Αγγίζει τον πυρήνα της σχέσης κράτους, πολιτικής εξουσίας και δημοσίων υπαλλήλων. Το αν η κυβέρνηση θα καταφέρει να συγκεντρώσει τις αναγκαίες πλειοψηφίες και πώς θα αντιδράσει η κοινωνία σε μια τόσο βαθιά θεσμική τομή, παραμένει ανοιχτό ερώτημα. Το μόνο βέβαιο είναι ότι η σύγκρουση που έρχεται δύσκολα θα αφήσει το Δημόσιο –και το πολιτικό σύστημα– όπως τα γνωρίζαμε μέχρι σήμερα.