«Δεν είναι εύκολο να περιγράψεις τα συναισθήματα που μπορεί να νοιώσει ένας 50χρονος ταβερνιάρης στην Πάτρα του 1950, όταν ο γιoς του στην ηλικία του γυμνασίου, του ανακοινώνει ότι θέλει να γίνει γλύπτης. Το ότι ο πατέρας, μετανάστης στην Νέα Υόρκη και την Πενσυλβάνια των ΗΠΑ στον μεσοπόλεμο, επιχείρησε να του βγάλει ναυτικό φυλλάδιο ήταν μάλλον το προφανές.

Ακόμα πιο δύσκολο είναι να φανταστείς τι νοιώθει ο ίδιος ο γιoς, που από τον μικροσκοπικό κόσμο μιας πόλης στην Ελλάδα που βγαίνει από έναν πόλεμο, έναν εμφύλιο και έναν σεισμό που διέλυσε το νησί του, βλέπει πηλούς και γύψους και φτιάχνει προτομές.  Κρυφά λοιπόν, ξεγελώντας τον ταβερνιάρη, φεύγει για την Αθήνα και δίνει εξετάσεις στην σχολή Καλών Τεχνών. Κάτι συνέβαινε όμως, καθώς περνάει πρώτος στη σχολή παίρνει υποτροφία και με αυτή θα μπορέσει να σπουδάσει και να γίνει ο Διονύσης Γερολυμάτος, ο γλύπτης που όλοι γνωρίζουμε.

Ο Διονύσης ήταν ένας από τους λίγους και τυχερούς ανθρώπους που σπούδασε αυτό που ήθελε. Επίσης από τους πολύ λίγους που μπόρεσε να γίνει αυτό που ήθελε. Τον σημάδεψε ότι έζησε την Αθήνα του 60 σε ένα χωνευτήρι ανθρώπων που συρρέουν από όλη την Ελλάδα, όπου πολλά γεγονότα και καταστάσεις πολλαπλασιάζανε και μεγάλωναν τους ορίζοντες ενός νέου ανθρώπου που ήθελε να γίνει καλλιτέχνης.

Απόκτησε δημοκρατική συνείδηση που τον βοήθησε να οριοθετεί προτεραιότητες και να μην βάλει το χέρι στο μέλι όταν θα μπορούσε. Η Ελλάδα της Μεταπολίτευσης τον βρήκε ώριμο μαζί με πολλούς άλλους ως ενεργό μέλος μιας πολύχρωμης προσπάθειας που επιδίωκε να διερευνήσει ένα νέο ρόλο για την Τέχνη και την γλυπτική σε μία χώρα που προσπαθούσε να ανασάνει για πρώτη φορά ελεύθερα.

Συμμετείχε ενεργά στην προσπάθεια δημιουργίας του συλλόγου γλυπτών και αποτέλεσε τον πρώτο πρόεδρό του ενώ ταυτόχρονα συμμετείχε ενεργά σε διάφορες πολιτιστικές πρωτοβουλίες που εμφανίζονταν. Δουλεύει τα πάντα: οικοδόμος σε οικοδομή, σκηνογράφος σε θέατρα, μαρμαράς σε ταφικά μνημεία. Συμμετέχει σε Biennale και διαγωνισμούς, κάνει κατασκευές, έπιπλα, δημιουργεί γλυπτά και μνημεία, στήνει εκθέσεις σε μάρμαρο, γρανίτη, χαλκό.

Ο Διονύσης αποτέλεσε ένα πολύ καλό παράδειγμα μιας ολόκληρης εποχής που η πίστη ότι η Τέχνη και ειδικά η γλυπτική πρέπει να φύγει από τα σαλόνια των πλουσίων και τις γκαλερί του Κολωνακίου και να αποτελέσει τμήμα της διαχείρισης του δημόσιου χώρου έδινε τροφή στη σκέψη και στόχο για την επόμενη ημέρα.

Ο Διονύσης ήταν ένας χαρισματικός άνθρωπος που προκαλούσε την τύχη του με την δουλειά του όλη του τη ζωή. Δεν είναι παράξενο που τέτοιοι άνθρωποι είναι αυτοκαταστροφικοί. Για εμάς που τον ζήσαμε ήταν πάντα ένας γρίφος, μία μοναδικότητα στο ύφασμα του χρόνου και του χώρου μας όπου όλα, πραγματικά όλα μπορούσαν να συμβούν. Ταυτοχρόνως….

Δεν μπορούμε να μην του χρωστάμε ευγνωμοσύνη σε αυτόν και την μητέρα μας γιατί μεγαλώσαμε σε ένα σπίτι που οι συζητήσεις ήταν πάντα ευπρόσδεκτες και στις οποίες ο πανίσχυρος κόσμος των ιδεών συγκρούονταν με την καθημερινότητα και τις υποχρεώσεις της με αμείλικτο τρόπο. Όπου το σπίτι μετατρεπόταν σε Κρεμλίνο κάθε μέρα πιστεύοντας ότι αυτό είναι ανάγκη. Όπου ο ανδριάντας του Μ. Αλέξανδρου δεν θα ήταν με καβαλάρη να επελαύνει αλλά με τον αναβάτη σκυθρωπό και το άλογο που τον κουβαλάει σε θέση του συμπρωταγωνιστή. Όπου τα βιβλία στην βιβλιοθήκη πληθαίνανε και όσο εμείς μεγαλώναμε μπορούσαμε να φτάνουμε και αυτά που βρίσκονταν πιο ψηλά, στα ψηλότερα ράφια.

Πάντα τον παρομοιάζαμε με μία τεράστια μάντρα οικοδομικών υλικών και αντικειμένων σε εκτός σχεδίου περιοχή. Μέσα σε αυτήν μπορείς να βρεις άπειρα υλικά για να χτίσεις το οτιδήποτε θέλεις και όχι κατά ανάγκη με τα υλικά που ψάχνεις. Όμως είναι πολύ δύσκολο να χτίσεις κάτι μέσα σε αυτήν, δεν υπάρχει πολεοδομία που θα βγάλει εύκολα την όποια άδεια χρειάζεται.

Δυστυχώς η συζήτηση για το αν η Τέχνη  μπορεί να σώσει τον κόσμο δεν θα ολοκληρωθεί παρά τα παραπάνω από 25 χρόνια που το συζητάμε. Θα μείνουμε με τις πολιτικές διαφωνίες που είχαμε για το τι μπορεί αυτό να σημαίνει και το πως μπορεί να γίνει. Η μικρή μας πορεία στον χρόνο δεν θα προλάβει να αναδείξει νικητή. Ίσως τώρα που θα γυρίσει ο Διονύσης στο σπίτι μετά το αποτεφρωτήριο, κάποια στιγμή την συνεχίσουμε. Σίγουρα οι πολλοί φίλοι του και συνάδελφοί του εκεί έξω θα μας βοηθήσουν.»

Πηγή: https://www.chalandri.gr/