Μια είδηση που κανείς δεν ήταν προετοιμασμένος να ακούσει πάγωσε το Ληξούρι και την κοινότητα των ανθρώπων που αγωνίζονται για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία. Η Μαρία Λαδά, ιδρυτικό μέλος του Συλλόγου «Υπερίων» και μια γυναίκα ταυτισμένη με τη δράση, την αξιοπρέπεια και την προσφορά, έφυγε αιφνίδια από τη ζωή έπειτα από τραγικό περιστατικό στο αεροδρόμιο της Αθήνας.
Η πρόεδρος του Συλλόγου «Υπερίων», Σοφία Μαροπούλου, μιλώντας στον COSMOS 96,5, δεν έκρυψε τη βαθιά της οδύνη. Όπως είπε χαρακτηριστικά, η ημέρα που ξημέρωσε για τον Σύλλογο ήταν «από τις πιο δύσκολες που έχουμε ζήσει». Η πληροφορία έφτασε νωρίς το πρωί, όταν ενημερώθηκε η γραμματέας του σωματείου για το δυστύχημα που στοίχισε τη ζωή σε μια από τις πιο ενεργές και μαχητικές παρουσίες του.
Από τα πρώτα βήματα του «Υπερίωνα» στην πρώτη γραμμή του αγώνα
Η Μαρία Λαδά δεν ήταν απλώς ένα μέλος. Ήταν από τους ανθρώπους που έβαλαν τα θεμέλια του Συλλόγου «Υπερίων», όταν –όπως θυμήθηκε η πρόεδρος– «ήμασταν μια χούφτα άνθρωποι με ένα κοινό όραμα». Από την πρώτη στιγμή στάθηκε μπροστά, με συνέπεια και επαγγελματισμό, μεταφέροντας την ίδια πειθαρχία που χαρακτήριζε και την επαγγελματική της πορεία, καθώς διατηρούσε επί χρόνια μεγάλο κατάστημα στο Ληξούρι.
Η προσωπική της διαδρομή, ωστόσο, ήταν στενά δεμένη με τον αγώνα απέναντι σε ένα σπάνιο νόσημα. Ήταν ενεργό μέλος συλλόγου που ανήκει στην Ελληνική Ομοσπονδία Συλλόγων Σπανίων Νοσημάτων, συμβάλλοντας σε δράσεις ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης. Η ειρωνεία της μοίρας είναι πως το δυστύχημα συνέβη παραμονή της Παγκόσμιας Ημέρας Σπανίων Νοσημάτων — μιας ημέρας αφιερωμένης ακριβώς στους ανθρώπους σαν εκείνη.
Είχε μεταβεί στην Αθήνα για να συμμετάσχει σε συνέδριο και φεστιβάλ στο πλαίσιο της επετείου, ενώ είχε προγραμματίσει και ιατρική επίσκεψη για ζήτημα που αντιμετώπιζε με την όρασή της. Το ταξίδι, που ξεκίνησε με στόχο την προσφορά και τη φροντίδα της υγείας της, κατέληξε σε τραγωδία.
Το μοιραίο κενό στη ράμπα
Σύμφωνα με όσα μετέφερε η Σοφία Μαροπούλου, η Μαρία έφτασε αεροπορικώς στην Αθήνα και επιβιβάστηκε στο λεωφορείο μεταφοράς επιβατών. Χρησιμοποιούσε μικρό τροχοφόρο βοήθημα για την κίνησή της, γεγονός που καθιστούσε απαραίτητη την ορθή προσαρμογή της ράμπας κατά την αποβίβαση.
Εκεί, όμως, φέρεται να υπήρξε σοβαρή αστοχία. Η ράμπα δεν εφαρμόστηκε σωστά, αφήνοντας σημαντικό κενό ανάμεσα στο όχημα και το έδαφος. Αντί να κληθεί τεχνικό προσωπικό ή να αναζητηθεί ασφαλής λύση, ο οδηγός επιχείρησε να τη σηκώσει, προκειμένου να τη βοηθήσει να κατέβει. Η προσπάθεια αυτή κατέληξε σε πτώση και των δύο.
Η Μαρία τραυματίστηκε βαριά στον θώρακα. Παρά τον έντονο πόνο, παρέμεινε επικοινωνιακή κατά τη μεταφορά της στο ιατρείο του αεροδρομίου. Όταν μάλιστα τέθηκε το ερώτημα αν επιθυμεί να ειδοποιηθεί η αστυνομία, φέρεται να απάντησε με προτεραιότητα την υγεία της: πρώτα να διαπιστωθεί η κατάστασή της και έπειτα να εξεταστούν τα υπόλοιπα.
Λίγο αργότερα κλήθηκε το ΕΚΑΒ και μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών Γ. Γεννηματάς. Οι γιατροί ξεκίνησαν άμεσα εξετάσεις, ωστόσο η κλινική της εικόνα επιδεινωνόταν ραγδαία. Οι πληροφορίες που μεταφέρθηκαν κάνουν λόγο για εσωτερική αιμορραγία. Παρά τις προσπάθειες, δεν τα κατάφερε.
Μια ζωή γεμάτη μάχες
Η απώλειά της αποκτά ακόμη βαρύτερο συμβολισμό αν αναλογιστεί κανείς την πορεία της. Είχε περάσει επανειλημμένα την πόρτα του χειρουργείου στο Γενικό Νοσοκομείο Ατυχημάτων ΚΑΤ, αντιμετωπίζοντας κατάγματα και επιπλοκές που για άλλους θα αποτελούσαν αξεπέραστο εμπόδιο. Ο αδελφός της, που έπασχε από το ίδιο νόσημα, είχε φύγει από τη ζωή σε νεαρή ηλικία. Εκείνη, όμως, συνέχισε να παλεύει.
Μόλις λίγες ημέρες πριν από το ταξίδι της, συμμετείχε κανονικά στην καρναβαλική παρέλαση. Διατηρούσε φυσική δραστηριότητα και έντονη κοινωνική παρουσία. Παράλληλα, δεν σταματούσε να διεκδικεί βελτιώσεις στην προσβασιμότητα: ενημέρωνε για ελλείψεις σε ράμπες, για προβληματικά πεζοδρόμια, για παρεμβάσεις που έπρεπε να γίνουν.
Η πρόεδρος του «Υπερίωνα» ξεκαθάρισε πως δεν επιθυμεί να στοχοποιήσει τον οδηγό, κάνοντας λόγο για μια αυθόρμητη, ανθρώπινη κίνηση. Ωστόσο, τόνισε ότι τέτοιες καταστάσεις απαιτούν θεσμικές διαδικασίες και όχι αυτοσχεδιασμούς. «Το κενό ήταν μεγάλο», ανέφερε, επισημαίνοντας ότι τα ζητήματα ασφάλειας και προσβασιμότητας δεν μπορούν να αφήνονται στην καλή πρόθεση.
Η κληρονομιά που αφήνει πίσω της
Για το Ληξούρι, για τον «Υπερίωνα» και για την κοινότητα των σπανίων νοσημάτων, η απώλεια θεωρείται δυσαναπλήρωτη. Η Μαρία επισκεπτόταν σχολεία, συνομιλούσε με μαθητές, απαντούσε ανοιχτά σε ερωτήσεις για την κατάστασή της και εξηγούσε χωρίς φόβο τη διαφορετικότητά της. Είχε συμφιλιωθεί με τον εαυτό της και μετέτρεπε την προσωπική της δοκιμασία σε εργαλείο εκπαίδευσης και ενδυνάμωσης.
Οι διαδικασίες που προβλέπονται, όπως η διενέργεια νεκροψίας-νεκροτομής, βρίσκονται σε εξέλιξη. Το Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου αναμένεται να συνεδριάσει και να τοποθετηθεί επισήμως. Η κηδεία θα τελεστεί στο Ληξούρι, ενώ η ταφή θα πραγματοποιηθεί στα Καμιναράτα, τον τόπο καταγωγής της.
Η υπόσχεση, ωστόσο, που δίνεται από όσους τη γνώρισαν, ξεπερνά τις τυπικές διαδικασίες. Ο αγώνας για ουσιαστική προσβασιμότητα, για ράμπες που λειτουργούν, για υποδομές που σέβονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, θα συνεχιστεί. Όχι μόνο στη μνήμη της, αλλά και στο όνομά της.
Γιατί, όπως φάνηκε με τον πιο οδυνηρό τρόπο, τα ζητήματα για τα οποία φώναζε δεν ήταν θεωρητικά. Ήταν ζήτημα ζωής.



