Μπορεί η καταληκτική ημερομηνία της 30ής Ιουνίου 2026 να μοιάζει ακόμη μακρινή, όμως για χιλιάδες πολυκατοικίες σε όλη τη χώρα έχει ήδη σημάνει συναγερμός. Η υποχρεωτική απογραφή και πιστοποίηση των ανελκυστήρων στο ψηφιακό Μητρώο δεν αποτελεί πλέον μια θεωρητική υποχρέωση του μέλλοντος, αλλά μια άμεση πηγή εντάσεων, συγκρούσεων και αδιεξόδων, κυρίως γύρω από το κρίσιμο ερώτημα: ποιος πληρώνει τον λογαριασμό;
Σε γενικές συνελεύσεις πολυκατοικιών, το θέμα του ασανσέρ έχει αναδειχθεί σε «καυτό μέτωπο». Ιδιοκτήτες και ενοικιαστές βρίσκονται συχνά σε αντίπαλα στρατόπεδα, καθώς το κόστος συμμόρφωσης με το νέο θεσμικό πλαίσιο δεν είναι αμελητέο – και σε πολλές περιπτώσεις αγγίζει ή και ξεπερνά τις οικονομικές αντοχές των εμπλεκομένων.
Η υποχρεωτική ηλεκτρονική απογραφή και πιστοποίηση των ανελκυστήρων θεσπίστηκε με βασικό στόχο την ενίσχυση της ασφάλειας. Ωστόσο, στην πράξη, η εφαρμογή του μέτρου αποκάλυψε το πραγματικό μέγεθος ενός προβλήματος που για δεκαετίες έμενε «κάτω από το χαλί». Σύμφωνα με τα μέχρι στιγμής στοιχεία, περισσότερα από 250.000 ασανσέρ έχουν ήδη καταχωριστεί στο ψηφιακό Μητρώο, αριθμός που αυξάνεται σταθερά. Παρ’ όλα αυτά, εκτιμάται ότι στη χώρα λειτουργούν περίπου 500.000 ανελκυστήρες σε ιδιωτικά κτίρια, με μεγάλο ποσοστό να είναι παλαιάς τεχνολογίας.
Η απογραφή αφορά το σύνολο των ανελκυστήρων, ανεξάρτητα από το πότε κατασκευάστηκαν, την κατάστασή τους ή ακόμη και το αν χρησιμοποιούνται σήμερα. Η διαδικασία γίνεται μέσω ειδικής ηλεκτρονικής πλατφόρμας, με είσοδο μέσω Taxisnet, και καταλήγει στην έκδοση ενός μοναδικού αριθμού ταυτότητας για κάθε ασανσέρ. Ο κωδικός αυτός θα συνοδεύει τον ανελκυστήρα σε κάθε μελλοντικό έλεγχο, ανανέωση πιστοποιητικού ή μεταβίβαση ακινήτου.
Εκεί όμως που ξεκινούν τα πραγματικά προβλήματα είναι στο οικονομικό σκέλος. Το κόστος της πιστοποίησης δεν είναι σταθερό. Σε σύγχρονες εγκαταστάσεις, ενδέχεται να περιοριστεί σε έναν βασικό τεχνικό έλεγχο, με δαπάνη μερικών εκατοντάδων ευρώ. Αντίθετα, σε παλαιότερα ασανσέρ, όπου απαιτούνται εκτεταμένες παρεμβάσεις – όπως αντικατάσταση μηχανισμών πέδησης, αναβάθμιση κινητήρα ή αλλαγές στην καμπίνα – το συνολικό ποσό μπορεί να εκτοξευθεί σε αρκετές χιλιάδες ευρώ.
Η προοπτική αυτής της επιβάρυνσης έχει πυροδοτήσει έντονες αντιπαραθέσεις. Από τη μία πλευρά, ιδιοκτήτες ακινήτων υποστηρίζουν ότι το κόστος της πιστοποίησης αποτελεί επένδυση στο ίδιο το ακίνητο και άρα τους αφορά άμεσα. Πρόκειται για παρεμβάσεις που δεν σχετίζονται με την καθημερινή χρήση, αλλά με τη συμμόρφωση σε κανονισμούς ασφαλείας και την αύξηση της αξίας της ιδιοκτησίας.
Από την άλλη πλευρά, οι ενοικιαστές επισημαίνουν ότι δεν έχουν νομική ευθύνη για την έκδοση πιστοποιητικού, αφού ο ανελκυστήρας αποτελεί μέρος της ιδιοκτησίας που δεν τους ανήκει. Παρ’ όλα αυτά, στην πράξη, τα έξοδα συχνά περνούν στα κοινόχρηστα, με αποτέλεσμα να συμμετέχουν έμμεσα στη χρηματοδότηση έργων που θεωρούν ότι δεν τους αναλογούν.
Το αποτέλεσμα είναι ένα θολό τοπίο, όπου κάθε πολυκατοικία καλείται να βρει τη δική της ισορροπία, συχνά μέσα από έντονες συζητήσεις, διαφωνίες για τα χιλιοστά συμμετοχής και επικλήσεις κανονισμών ή όρων μισθωτηρίων συμβολαίων. Δεν λείπουν οι περιπτώσεις όπου οι συγκρούσεις οδηγούν σε καθυστερήσεις, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη συμμόρφωση με τον νόμο.
Σημαντικό ρόλο παίζει και η διάρκεια ισχύος του πιστοποιητικού ασφαλείας. Για τις περισσότερες πολυκατοικίες κατοικιών, το πιστοποιητικό έχει ισχύ δύο ετών, ενώ για κτίρια ειδικής χρήσης – όπως ξενοδοχεία ή νοσοκομεία – απαιτείται ετήσια ανανέωση. Σε χώρους υψηλής κυκλοφορίας, οι έλεγχοι γίνονται ακόμη συχνότερα. Παράγοντες της αγοράς επισημαίνουν ότι το πλαίσιο αυτό αυξάνει σημαντικά το διοικητικό και οικονομικό βάρος, ειδικά για παλαιές πολυκατοικίες.
Το διακύβευμα, ωστόσο, είναι σαφές. Η λειτουργία ανελκυστήρα χωρίς ισχύον πιστοποιητικό αποτελεί παράβαση της νομοθεσίας και, σε περίπτωση ατυχήματος, οι συνέπειες μπορεί να είναι ιδιαίτερα σοβαρές. Διαχειριστές και συνιδιοκτήτες ενδέχεται να βρεθούν αντιμέτωποι όχι μόνο με διοικητικά πρόστιμα, αλλά και με βαρύτατες νομικές ευθύνες.
Καθώς το 2026 πλησιάζει, το ασανσέρ εξελίσσεται σε έναν απρόσμενο παράγοντα που δοκιμάζει τις αντοχές των πολυκατοικιών – όχι μόνο τεχνικά, αλλά και κοινωνικά. Το ερώτημα δεν είναι αν θα γίνει η πιστοποίηση, αλλά πώς και με ποιον τρόπο θα μοιραστεί το κόστος, χωρίς να τιναχθεί στον αέρα η εύθραυστη ισορροπία ιδιοκτητών και ενοικιαστών.


