Η συζήτηση γύρω από το κόστος μετακίνησης στην Αχαΐα αναζωπυρώνεται, καθώς όλο και περισσότεροι οδηγοί συνειδητοποιούν ότι η διαδρομή από την Πάτρα μέχρι την Κάτω Αχαΐα δεν πρόκειται να γίνει όσο οικονομική θα περίμεναν, ακόμη και με την πολυαναμενόμενη εφαρμογή του νέου συστήματος χιλιομετρικής χρέωσης. Παρότι το μέτρο έχει παρουσιαστεί ως λύση που θα μειώσει σημαντικά τα διόδια για όσους κάνουν μικρές καθημερινές διαδρομές, η πραγματικότητα μοιάζει πιο περίπλοκη απ’ όσο φαίνεται.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει η «Αχαϊκή Πολιτεία», η τωρινή κατάσταση είναι ξεκάθαρη αλλά δυσβάσταχτη για όσους διανύουν συχνά το συγκεκριμένο τμήμα του αυτοκινητοδρόμου. Σήμερα, η απλή και συνηθισμένη καθημερινή μετακίνηση –το γνωστό «πήγαινε-έλα»– από Πάτρα προς Κάτω Αχαΐα και πίσω αγγίζει περίπου τα 7 ευρώ. Σε βάθος χρόνου, το ποσό αυτό μετατρέπεται σε σημαντική οικονομική επιβάρυνση, ειδικά για εργαζόμενους που καθημερινά χρειάζεται να καλύπτουν αυτήν την απόσταση.
Με την εισαγωγή του νέου συστήματος χρέωσης ανά χιλιόμετρο και τη χρήση πομποδέκτη, οι προσδοκίες είχαν ανέβει. Η αισιόδοξη εκτίμηση κάνει λόγο για μείωση του κόστους στα 2,80 ευρώ από τον Φεβρουάριο, εφόσον όλα κυλήσουν σύμφωνα με το πρόγραμμα. Η μείωση αυτή πράγματι μοιάζει εντυπωσιακή — πρόκειται για περισσότερο από 50% χαμηλότερο αντίτιμο συγκριτικά με το σημερινό. Ωστόσο, όπως επισημαίνουν τοπικοί φορείς, το κόστος εξακολουθεί να είναι τέτοιο που πολλούς οδηγούς θα τους ωθήσει να αναζητούν εναλλακτικές διαδρομές, όσο πιο οικονομικές γίνεται.
Και έτσι ανακύπτει το πρόβλημα με την Παλαιά Εθνική Οδό Πατρών–Πύργου. Ήδη αποτελεί τη λύση πολλών, που αποφεύγουν τα διόδια επιλέγοντας έναν δρόμο σαφώς πιο επικίνδυνο και πιο επιβαρυμένο. Η πιθανότητα η κατάσταση αυτή να συνεχιστεί, ή ακόμη και να ενταθεί, είναι ιδιαίτερα ανησυχητική. Παρότι το νέο σύστημα φαίνεται να δίνει μια «ανάσα», η διαφορά στο κόστος παραμένει αρκετή ώστε να κρατήσει μεγάλο ποσοστό οδηγών μακριά από τον σύγχρονο αυτοκινητόδρομο.
Οι συνέπειες μίας τέτοιας επιλογής δεν είναι αμελητέες. Η Παλαιά Εθνική Οδός διασχίζει περιοχές κατοικημένες, πυκνοκατοικημένες σε σημεία, και ήδη τα τελευταία χρόνια δέχεται πολύ μεγαλύτερο φόρτο απ’ ό,τι σχεδιάστηκε να αντέχει. Περισσότερη κίνηση σημαίνει περισσότερη ταλαιπωρία για τους κατοίκους των προαστίων, υψηλότερα επίπεδα ηχορύπανσης, αυξημένο κίνδυνο ατυχημάτων και γενικότερα υποβάθμιση της ποιότητας ζωής.
Για τους ειδικούς στην οδική ασφάλεια, η προτίμηση των οδηγών σε μια πιο επικίνδυνη διαδρομή προκειμένου να αποφύγουν το οικονομικό κόστος, αποτελεί ξεκάθαρο καμπανάκι κινδύνου. Τονίζεται συνεχώς ότι ο σύγχρονος αυτοκινητόδρομος προσφέρει ανώτερες προδιαγραφές ασφάλειας, καλύτερο φωτισμό, ομαλότερη κίνηση και μικρότερο χρόνο μετακίνησης — παράγοντες που δεν μπορούν να συγκριθούν με τον παλιό δρόμο. Παρ’ όλα αυτά, όταν το κόστος της χρήσης του εξακολουθεί να θεωρείται υψηλό, η επιλογή για πολλούς παραμένει μονόδρομος.
Η συζήτηση πλέον δεν αφορά μόνο το οικονομικό σκέλος, αλλά και το κοινωνικό. Πόσο «δίκαιο» είναι ένα σύστημα διοδίων που αναγκάζει ολόκληρες κοινότητες να επιλέγουν ανάμεσα στην ασφάλεια και στο κόστος; Πόσο ρεαλιστική είναι η χρήση του νέου μοντέλου, όταν τελικά δεν καταφέρνει να κρατήσει τους οδηγούς στον αυτοκινητόδρομο; Και, τελικά, πόσο μπορεί μια τέτοια πολιτική να εξυπηρετεί τον στόχο για ασφαλέστερες μετακινήσεις;
Η παράταση του προβλήματος δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο: όσο περισσότεροι αποφεύγουν τα διόδια, τόσο επιβαρύνονται οι τοπικές οδοί, τόσο αυξάνονται δυστυχώς οι πιθανότητες ατυχημάτων και τόσο εντείνεται η κοινωνική πίεση για αλλαγή των δεδομένων. Από την άλλη, η πλήρης απαλλαγή από το κόστος διοδίων φαίνεται απίθανη, καθώς πρόκειται για συμβάσεις παραχώρησης με συγκεκριμένα οικονομικά και τεχνικά πλαίσια, τα οποία το κράτος δεν μπορεί εύκολα να ανατρέψει.
Κάτοικοι, δήμοι και συλλογικότητες συνεχίζουν να ζητούν πιο δραστικές λύσεις — από ειδικές εκπτώσεις για τους μόνιμους χρήστες έως πλήρη αναθεώρηση του συστήματος χρέωσης για μικρές αποστάσεις. Το θέμα παραμένει ανοιχτό και όπως φαίνεται, η εφαρμογή της χιλιομετρικής χρέωσης θα είναι μόνο ένα βήμα, όχι η οριστική λύση.
Το μόνο βέβαιο είναι ότι οι μετακινήσεις στην Αχαΐα θα συνεχίσουν να αποτελούν αντικείμενο έντονης συζήτησης το επόμενο διάστημα. Και μέχρι να βρεθεί μια πραγματικά ισορροπημένη λύση, οι οδηγοί θα κληθούν να επιλέξουν ανάμεσα στο κόστος και την ασφάλεια — μια επιλογή που κανείς δεν θα έπρεπε να χρειάζεται να κάνει σε μια σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα.



