Ετούτο δεν ξανάγινε σε τούτον δω τον τόπο
να εξελιχτούν οι εκλογές με τούτονε τον τρόπο.
Παρόλο που τα ζήσατε, διαβάστε μια σελίδα,
σας λέω πως το ένοιωσα και πως εγώ τα είδα.
Ο πρώτος με τον δεύτερο νια πατησιά κοκκόρου
κι ο δεύτερος τον τρίτονε όσο ένα μίσχο φιόρου.
Ακολουθεί κι ο τέταρτος, νια πατησιά είναι μόνο,
με μια βαθιά αναπνοή θα γέμιζε οξυγόνο.
Οι ψηφοφόροι στείλανε μηνύματα καμπόσα
κι ο πρώτος με τον τέταρτο είναι μήτε διακόσα.
Κανέναν δεν απέρριψαν, όλους τους θέλουν μέσα,
το λιθαράκι του καθείς κι όλοι να ‘ναι στην πρέσα.
Συνεργασία έβγαλε η κάλπη εκειό το βράδυ
κι όλοι πιαστήκαν σαν σαργοί σε ένα παραγάδι.
Κι αφού όλοι τους μπήκανε στην τελική ευθεία
όλα κυλούσαν ήσυχα χωρίς καμιά νοθεία.
Μπροστά ο Αραβαντινός και πίσω ο Κατσιβέλης,
ποιο ομορφάντρας και ποιο νιος, ψηλός και μακρυσκέλης.
Τον φτάνει κι όπως προσπερνά τόνε χτυπά στη φτέρνα
του φώναξε κι ο Γαλανός «έλα τον έχεις πέρνα».
Ο Ρουχωτάς ακολουθεί με βήμα που τρομάζει
κάνει μπλοζόν προς τη γραμμή, τα πόδια τ’ αγκαλιάζει.
Μα ο Διονύσης ξεγλιστρά και διαφορά έχει στήθους
κι αρπάζει μες τη χούφτα του νια εντεκάδα ψήφους.
Ο Ματζουράτος έρχεται σ’ απόσταση ανάσας
φτάνει κι εκείνος στη γραμμή και τους φωνάζει «γεια σας».
Σε όλη τη διαδρομή σας έβλεπα μπροστά μου,
μία τη θέα κρύβατε και μια τα βήματα μου.
Κάτσανε να ξεκουραστούν στο φίκο απουκάτου,
ματιές ερίχνανε κλεφτές, μααα πάμε παρακάτου.
Ανάλογα τα τμήματα θέση παίρνει καθένας,
τέσσαρες οι πέντε είκοσι και περισσεύει ένας.
Στο νήμα πλησιάζουνε καθένας τους τον θέλει
μα κείνος τ’ αποφάσισε, πήγε στον Κατσιβέλη.

Ο Βαγγελάκης μέτραγε στα δάχτυλα τους ψήφους
και ο Βασίλης σκεφτηκός να λύσει δύο γρίφους.
«Είχα στο ψηφοδέλτιο την ομορφιά τση Πάλης,
είχα ευκή και πρόγραμμα, γι αυτό μην αμφιβάλεις.
Μήπως ο ομορφάντρας μου, ο Γιώργης, το αλάνι,
ετράβηξε τα θηλυκά που ψάχνουνε στεφάνι;
Κι αντί εμείς να πάρουμε τση Παλικής τους άντρες
επήρε φκειος τα θηλυκά κι έμεινα με τις χάντρες»;
Ο Δημητράκης πόστιαζε τσου ψήφους του εδέτσι,
μ’ αντί για σούπα νόστιμη του έβγαινε γιουβέτσι.
Εμέτραγε από τη μια τα χανε από την άλλη,
στο τέλος τα παράτησε, τα ‘ριξε στο τσουβάλι.
Άκρη καμιά δεν έβρισκε, φώναξε τον Βαγγέλη,
να κάμει τσου λογαριασμούς κι αυτός, εφκείνο θέλει.
Ο Νιόνιος πήγε κι έκατσε στην άκρη στο παγκάκι,
εσκόρπαγε χαμόγελα μα πόναγε λιγάκι.
Μαρούλης και Μοσχόπουλος του έτριβαν τη φτέρνα
κι η Κρυσταλία του ‘φερε νερό από τη στέρνα.
Τρέχει κοντά του κι ο γιατρός με μούρη ιδρωμένη
και του ψιθύρισε στ αυτί μη δείξει πως κουτσαίνει.
Ο Γιώργης είναι όρθιος γελά και χαιρετάει
και δείχνει πως με σιγουριά στα πόδια του πατάει.
Λουλούδια του προσφέρουνε, γεμίζει η αγκαλιά του,
τριγύρω του μαζεύτηκαν μα πιάστηκε η μιλιά του.
Κατάκοπος μα γελαστός δε θέλει να δηλώσει,
μισή δουλειά την έκανε μα θέλει άλλη τόση.
Λοιπόν οι δύο βγήκανε, βγήκαν και οι συμβούλοι,
αλλά την άλλη Κυριακή πάλη στις κάλπες ούλοι.
Βγήκε η ορχήστρα κι έτοιμη είναι να ξεκινήσει,
τώρα μαέστρο θέλουμε για την συγχρονίσει.
Θυμάστε το τετράγωνο, φτιάξτε σας είπα ένα
και στις γωνίες βάλετε μονάχοι σας καθέναν.
Τώρα ευθεία φτιάξετε και βάλτε δυο σημεία
κι ένα στη μέση απ’ τα δυο να γίνουν όλα τρία.
Όποιος προλάβει απ’ τους δυο να φτάσει στο μεσαίο
θα έμπει και στου Ληξουριού, μπαγιέ, το Κολοσσαίο.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΑΛΛΙΩΡΗΣ