Απλό, με ατμόσφαιρα γειτονιάς, νόστιμο φαγητό και καλό κρασί, το Καπηλειό του Ζάχου είναι η επιτομή της παλιάς καλής ταβέρνας.

Το Καπηλειό του Ζάχου είναι μια από τις πιο αγαπητές ταβέρνες στα Καμίνια και μια από τις δημοφιλέστερες σε όλη την Αθήνα. Στο εσωτερικό της διατηρεί στοιχεία απ’ όταν ήταν μπακαλοταβέρνα, με τα κρασοβάρελα κεντρικό στοιχείο της διακόσμησης, να θυμίζουν παλιές, νοσταλγικές εποχές. Την άνοιξε ο Βασίλης Μπαταγιάνης στη δεκαετία του 1960 και γρήγορα απέκτησε φήμη για το καλό της κρασί, προσελκύοντας τους πότες της γειτονιάς αλλά και τον εργατόκοσμο, που είτε έπαιρναν κρασί για το σπίτι ή το έπιναν εκεί, τσιμπώντας και κανένα μεζέ. Σήμερα ανήκει στον Χρήστο Ζάχο, Καμινιώτη μια ζωή, ο οποίος ήταν πελάτης του παππού Μπαταγιάννη και πλέον την τρέχει μαζί με τη γυναίκα του, Βαΐα, και τον γιο τους, Ζήση. Εκεί τους επισκεφτήκαμε ένα απόγευμα και μάθαμε την ιστορία τους.

Βουτιά στα βαθιά

«Το μαγαζί το πήραμε το 2003 από τον παππού Μπαταγιάννη, που είχε πλέον γεράσει. Εγώ δούλευα ως μηχανικός στα λιπάσματα της Δραπετσώνας και με τη γυναίκα μου μας άρεσε να βγαίνουμε σε ταβερνάκια – πηγαίναμε στον Κατσόγιαννο, στη Δραπετσώνα, ερχόμασταν συχνά και στον Μπαταγιάννη», διηγείται ο κύριος Χρήστος. «Όταν τα λιπάσματα έκλεισαν για περιβαλλοντικούς λόγους, μείναμε χωρίς δουλειά. Ήμασταν νέοι ακόμη και σχεδόν για πλάκα πέταξα μια μέρα στον παππού την ιδέα να πάρω εγώ το μαγαζί. Τελικά συμφωνήσαμε και αγόρασα την επιχείρηση, που όμως δεν διέθετε σοβαρή υποδομή. Ξεκινήσαμε προσφέροντας κρασάκι και κανέναν μεζέ και σιγά σιγά την ανεβάσαμε. Δουλεύαμε όλη μέρα και το βράδυ ερχόταν το συνεργείο να βάλουμε εξαερισμό. Πέσαμε στα βαθιά, γιατί δεν την ξέραμε τη δουλειά, ήμασταν τελείως άσχετοι. Τις παραγγελίες τις γράφαμε σ’ ένα απλό χαρτάκι, ενώ δεν ξέραμε ούτε τα τραπέζια να αριθμήσουμε. Γέμιζε το μαγαζί και λέγαμε “Αν ο πελάτης έχει μουστάκια, γράψε μουστάκιας ή καράφλας” και πάει λέγοντας. Άλλοι πλήρωναν, άλλοι έφευγαν έτσι. Πού να ελέγξουμε την κατάσταση δυο άνθρωποι όλοι κι όλοι. Ευτυχώς, είχαμε κάποιους φίλους που δούλευαν στο Μικρολίμανο και ήρθαν να βοηθήσουν σε κάποια φάση να οργανώσουμε τη δουλειά».

Υπάρχουν φορές που πρέπει να κάνεις κράτηση από την Τετάρτη για το σαββατοκύριακο
Όλο το προσωπικό είναι μια οικογένεια. Ακόμα κι αυτοί που δεν είναι, έχουν γίνει.

Τελικά, με πολλή υπομονή και κόπο πέτυχαν τους στόχους τους και το Καπηλειό του Ζάχου άρχισε να κερδίζει τους ανθρώπους της γειτονιάς με τη ζεστή του ατμόσφαιρα, αλλά και για τα νόστιμα φαγητά της κυρίας Βάιας, που είναι πολύ καλή μαγείρισσα και πάντα της άρεσε να πειραματίζεται με τις γεύσεις. «Μας πήγε μόνο του το μαγαζί. Στην αρχή βάζαμε κανένα απλό τηγανάκι, μετά ερχόντουσαν πελάτες και μας έλεγαν “βάλτε αυτό, βάλτε και το άλλο”. Ξεκινήσαμε με τους μοναχικούς ξεροσφύρηδες, έτσι τους λέγαμε, αλλά σιγά σιγά άρχισε να έρχεται και άλλος κόσμος – οικογένειες, καλοφαγάδες που ζητούσαν κάτι παραπάνω, κανένα ψαράκι φρέσκο, κανέναν πιο ιδιαίτερο μεζέ. Μετά άρχισαν να ζητάνε και μεγαλύτερο ψάρι. Πλέον έρχονται και πολλοί επώνυμοι, από περιοχές όπως η Αγία Παρασκευή, η Εκάλη, η Κηφισιά. Τους αρέσει το κλίμα της γειτονιάς, έχει μια γοητεία και μια αυθεντικότητα, ενώ και το μαγαζί είναι ζεστό και προσιτό. Όλο το προσωπικό είμαστε μια οικογένεια. Ακόμα κι αυτοί που δεν είναι, έχουν γίνει – ο κουμπάρος μου, ο κουνιάδος μου. Είμαστε όλοι πατριωτάκια από την Καρδίτσα. Φτάσαμε σε ένα σημείο που είμαστε πολύ καλά».

Στην κουζίνα μαγειρεύουν 6 γυναίκες

Φρεσκάδα και νοστιμιά

Καθημερινά η κυρία Βαΐα μαζί με άλλες πέντε γυναίκες μαγειρεύουν πιάτα που γίνονται ανάρπαστα. Υπάρχουν φορές που πρέπει να κάνεις κράτηση από την Τετάρτη για το σαββατοκύριακο. Έχουν πάντα φρέσκο ψαράκι για τηγάνι –γαύρο,, μαρίδα, μπακαλιαράκια-όνειρο, κουτσομούρα, μπαρμπουνάκι- όπως και καλαμάρια, χταπόδια, γαρίδες και καραβίδες, αν έχει η αγορά. Για τα κατεψυγμένα ο πελάτης είναι πάντα ενήμερος. Τα φρέσκα ψάρια τα προμηθεύονται από δύο μαγαζιά στην αγορά του Πειραιά και στην ψαραγορά του Ρέντη, με τα οποία συνεργάζονται χρόνια. Από αυτούς παίρνουν και τα μεγάλα ψάρια που μπορεί κάποιος να προπαραγγείλει αν θέλει. Η ψαρόσουπά τους -μπουγιαμπέσα- είναι πολύ δημοφιλής και ποτέ δεν περισσεύει, ειδικά τον χειμώνα. Τα χόρτα είναι πάντα εποχής, όπως και τα λαχανικά, και τα προμηθεύονται από τη λαχαναγορά του Ρέντη. Αυτόν το καιρό έχουν αρμυρίκια και βλήτα πεντανόστιμα. Όλα τα υπόλοιπα τα αγοράζουν από τη γειτονιά – τυροκομικά από τον Αλλαντίν, ψωμί από τον κοντινό φούρνο και κρέατα από τον χασάπη λίγο πιο κάτω. Μια ιδιαίτερη νοστιμιά της κυρίας Βάιας είναι η πρασοτηγανιά με καρδιτσιώτικη συνταγή και το λουκάνικο και αυτό από την Καρδίτσα – από τα πιο νόστιμα που έχω δοκιμάσει, ενώ φτιάχνει και κάποια μαγειρευτά όταν έχει χρόνο, όπως σουπιές ριζότο ή μυδοπίλαφο. Οι τιμές τους κινούνται σε λογικά επίπεδα, αν υπολογίσεις και τις μερίδες, που είναι τεράστιες. Κρασί φέρνουν χύμα από τη Νεμέα και την Κρήτη, από γνωστούς τους οινοποιούς, και τσίπουρο -χωρίς γλυκάνισο- από την Καρδίτσα, από δικές τους καζανιές.

Οι μερίδες στον Ζάχο είναι πολύ χορταστικές
Ψητή πεσκανδρίτσα με φρέσκα μυρωδικά
Γαρίδες ζουμερές στα κάρβουνα

Στην απλότητα το κάλλος

«Ιστορίες εδώ ένα σωρό, βιβλίο μπορείς να γράψεις», συνεχίζει ο κύριος Χρήστος. «Ο Μιχάλης Ασλάνης ερχόταν πολύ συχνά, γίναμε φίλοι, ήταν εξαιρετικός άνθρωπος. Έφτιαξε και το κοστούμι του γιου μου για τον γάμο του, στον οποίο ήταν καλεσμένος λίγο πριν πεθάνει. Μαζί του ερχόταν η Ρούλα Κορομηλά και διάφοροι δημοσιογράφοι, μοντέλα, τηλεοπτικά πρόσωπα. Έχουν περάσει επίσης πολλοί διάσημοι τραγουδιστές και ηθοποιοί, νέοι και παλιοί. Έρχονται καμιά φορά και παρεΐτσες με μπουζουκάκι και στήνουμε αυτοσχέδια γλέντια», λέει. «Έρχονται και φίλαθλοι του Ολυμπιακού πριν από κάθε αγώνα, μας θεωρούν γούρι τους. Τρώνε, βάζουμε τον ύμνο του Ολυμπιακού, τραγουδάμε όλοι μαζί, πίνουν τα κρασιά τους και πάνε έτοιμοι στο γήπεδο», παρεμβαίνει ο Ζήσης και ξεσπάμε όλοι σε γέλια. «Είναι απλό, ανθρώπινο και προσιτό το μαγαζί μας, ποτέ δεν νιώσαμε ότι είμαστε επαγγελματίες», εξηγεί ο κύριος Χρήστος. «Θέλαμε κάτι σαν κι αυτό που θα επιλέγαμε εμείς για να πιούμε το κρασί μας και να φάμε, και αυτό προσφέρουμε στους πελάτες. Παράπονα μας κάνουν μόνο όταν δεν βρίσκουν τραπέζι, κανένα άλλο. Έχουμε και νορμάλ τιμές, δεν θέλουμε να λένε ότι ήρθαν και τους πήραμε το κεφάλι. Εντάξει, τα ψάρια, ειδικά τα μεγάλα, είναι ακριβά και η τιμή τους αντίστοιχη. Όταν παραγγέλνει ο άλλος όμως, δεν προσπαθούμε να του πασάρουμε έξτρα πράγματα για να φουσκώσει ο λογαριασμός, του λέμε πότε να σταματήσει, γιατί οι μερίδες είναι πολύ χορταστικές. Το εκτιμούν οι πελάτες αυτό. Για χρόνια δουλεύαμε επτά ημέρες την εβδομάδα. Τώρα κλείνουμε τις Δευτέρες, για να ξεκουραζόμαστε λίγο, αλλά και πάλι στο μαγαζί είμαστε και κάνουμε δουλειές. Τα δύο τελευταία χρόνια περάσαμε δύσκολα, αλλά εντάξει, είμαστε ευχαριστημένοι», καταλήγει.

 

Τοιχογραφίες στους τοίχους από τον παλιό Πειραιά
 

Ο Χρήστος, ο Ζήσης και η Βαΐα Ζάχου

Ενώ ετοιμαζόμαστε να φύγουμε, η κυρία Βάια μας κερνάει λαχταριστή γαλατόπιτα που έχει μόλις φτιάξει, με συνταγή από την Καρδίτσα. «Μου αρέσει να φτιάχνω από σπανακόπιτα και τραχανόπιτα μέχρι μπατζίνα και να κερνάω τους πελάτες μου», λέει.

Καπηλειό του Ζάχου

Κομοτηνής 37, Καμίνια
  • Τηλέφωνο : 210-48.13.325
  • Ωράριο : Τρίτη-Σάββατο 12.00-00.00 Κυριακή 11.00-19.00. Δευτέρα κλειστά.
  • Κόστος : Κόστος 20-25 €
  • © OpenStreetMap contributors.
  • *Οι τιμές και το μενού των εστιατορίων είναι αυτά που ίσχυαν κατά τη χρονική περίοδο συγγραφής και δημοσίευσης του άρθρου και ενδέχεται να έχουν αλλάξει.

*Τα ρεπορτάζ αγοράς και τα προϊόντα που προτείνουμε στον Γαστρονόμο είναι επιλογές των συντακτών και δεν έχουν εμπορικό σκοπό ούτε αποφέρουν διαφημιστικό έσοδο.

Προηγούμενο άρθροΜωβ μέδουσες: Μεγάλη έξαρση στο Ιόνιο-Που έχουν εντοπιστεί μέχρι στιγμής (εικόνα)
Επόμενο άρθροΖέτα Μακρυπούλια: Ποιον συνεργάτη του Μπακογιάννη παντρεύεται (φωτο)