Νέα δεδομένα φέρνουν οι αναθεωρημένες αμερικανικές οδηγίες για τη χοληστερίνη, με τους ειδικούς να χαμηλώνουν τα όρια της LDL – της λεγόμενης «κακής» χοληστερίνης – ειδικά για όσους αντιμετωπίζουν αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο. Οι αλλαγές θεωρούνται ιδιαίτερα σημαντικές, καθώς επηρεάζουν εκατομμύρια ανθρώπους που μέχρι σήμερα θεωρούσαν ότι οι τιμές τους βρίσκονταν σε «ασφαλή» επίπεδα.
Οι νέες κατευθυντήριες οδηγίες στις ΗΠΑ δίνουν πλέον έμφαση όχι μόνο στις εξετάσεις αίματος, αλλά και στο συνολικό προφίλ υγείας κάθε ασθενούς. Η ηλικία, το οικογενειακό ιστορικό, ο διαβήτης, η πίεση, ακόμη και προηγούμενα καρδιαγγειακά επεισόδια, μπαίνουν στο «μικροσκόπιο» πριν ληφθεί απόφαση για θεραπεία ή χορήγηση στατινών.
Οι νέοι στόχοι για την «κακή» χοληστερίνη
Σύμφωνα με τις επικαιροποιημένες οδηγίες για τη διαχείριση της δυσλιπιδαιμίας, οι γιατροί καλούνται να είναι πλέον πιο επιθετικοί στη μείωση της LDL χοληστερίνης, ιδιαίτερα σε όσους θεωρούνται υψηλού κινδύνου.
Οι νέοι στόχοι διαμορφώνονται ως εξής:
- Για άτομα χαμηλού ή μέτριου κινδύνου, η LDL θα πρέπει να παραμένει κάτω από 100 έως 116 mg/dL.
- Για όσους θεωρούνται υψηλού κινδύνου, ο στόχος πέφτει κάτω από 70 mg/dL.
- Για ασθενείς με ιστορικό εμφράγματος ή εγκεφαλικού, ή πολύ υψηλό καρδιαγγειακό κίνδυνο, η LDL θα πρέπει να βρίσκεται κάτω από 55 mg/dL.
Οι ειδικοί υπογραμμίζουν ότι όσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος εμφράγματος ή εγκεφαλικού, τόσο πιο χαμηλή πρέπει να είναι η LDL και τόσο πιο εντατική η θεραπεία που απαιτείται.
Το νέο εργαλείο που «βλέπει» τον κίνδυνο πριν εμφανιστεί
Κεντρικό ρόλο στις νέες οδηγίες παίζει ο υπολογιστής PREVENT, ένα εργαλείο αξιολόγησης που χρησιμοποιεί δεδομένα από τις συνηθισμένες ιατρικές εξετάσεις για να υπολογίσει τον καρδιαγγειακό κίνδυνο ενός ανθρώπου σε βάθος 10 και 30 ετών.
Με αυτόν τον τρόπο, δύο άνθρωποι με την ίδια LDL μπορεί να λάβουν διαφορετική θεραπεία, ανάλογα με το συνολικό ιατρικό τους προφίλ.
Οι επιστήμονες εξηγούν ότι η χρόνια έκθεση σε υψηλή LDL οδηγεί σταδιακά σε φλεγμονή και δημιουργία πλάκας μέσα στις αρτηρίες, αυξάνοντας δραματικά τον κίνδυνο εμφράγματος και εγκεφαλικού επεισοδίου.
Οι στατίνες παραμένουν η βασική θεραπεία
Παρά τις συζητήσεις γύρω από φυσικά σκευάσματα και συμπληρώματα, οι νέες οδηγίες ξεκαθαρίζουν ότι οι στατίνες εξακολουθούν να αποτελούν την πρώτη και πιο αποτελεσματική επιλογή για τη μείωση της LDL και την πρόληψη σοβαρών καρδιαγγειακών συμβαμάτων.
Οι γιατροί επισημαίνουν ότι τα περισσότερα άτομα ανέχονται καλά τη θεραπεία, ενώ σε περιπτώσεις όπου οι στόχοι δεν επιτυγχάνονται, μπορούν να προστεθούν και άλλα φάρμακα όπως:
- εζετιμίμπη,
- αναστολείς PCSK9,
- inclisiran,
- bempedoic acid.
Μάλιστα, οι νέες οδηγίες δίνουν τη δυνατότητα για πιο έγκαιρη προσθήκη αυτών των θεραπειών σε σχέση με ό,τι ίσχυε τα προηγούμενα χρόνια.
Η εξέταση που όλοι πρέπει να κάνουν έστω μία φορά
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται πλέον και στη λιποπρωτεΐνη(a), έναν δείκτη που σχετίζεται με κληρονομικό καρδιαγγειακό κίνδυνο και συχνά παραμένει αδιάγνωστος.
Οι ειδικοί προτείνουν να μετράται τουλάχιστον μία φορά στην ενήλικη ζωή, καθώς σε υψηλές τιμές μπορεί να αυξήσει έως και διπλάσια τον κίνδυνο σοβαρών καρδιαγγειακών προβλημάτων.
Παράλληλα, οι γιατροί μπορεί να ζητήσουν και έλεγχο απολιποπρωτεΐνης Β, ειδικά σε πιο σύνθετες περιπτώσεις.
Η καθημερινότητα που προστατεύει την καρδιά
Παρότι η φαρμακευτική αγωγή παίζει καθοριστικό ρόλο, οι επιστήμονες τονίζουν ότι οι καθημερινές συνήθειες παραμένουν κρίσιμες για την προστασία της καρδιάς.
Η σωστή διατροφή, η άσκηση, ο επαρκής ύπνος, η διακοπή καπνίσματος και η ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης εξακολουθούν να αποτελούν τη βάση της πρόληψης.
Αντίθετα, οι οδηγίες εμφανίζονται επιφυλακτικές απέναντι στα συμπληρώματα διατροφής για μείωση της LDL, σημειώνοντας ότι τα διαθέσιμα επιστημονικά στοιχεία παραμένουν περιορισμένα και αντικρουόμενα.
Οι νέες οδηγίες αλλάζουν και τις ηλικίες ελέγχου
Σημαντικές αλλαγές προτείνονται και για τον προληπτικό έλεγχο της χοληστερίνης. Οι ειδικοί εισηγούνται εξετάσεις από την ηλικία των 19 ετών, ενώ συστήνεται έλεγχος ακόμη και σε παιδιά ηλικίας 9 έως 11 ετών, προκειμένου να εντοπίζονται έγκαιρα περιπτώσεις οικογενούς υπερχοληστεριναιμίας.
Η συγκεκριμένη κληρονομική πάθηση προκαλεί πολύ υψηλή LDL ήδη από την παιδική ηλικία και αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο πρόωρου εμφράγματος.
Οι ειδικοί καλούν πλέον τους πολίτες να γνωρίζουν τις τιμές της LDL τους, να συζητούν με τον γιατρό τους για τον οικογενειακό κίνδυνο και να προχωρούν σε έγκαιρη παρέμβαση όταν οι τιμές παραμένουν αυξημένες.



