72 δόσεις στον ΕΦΚΑ: Η “ανάσα” που γίνεται παγίδα – γιατί χιλιάδες μένουν εκτός ρύθμισης

Η νέα ρύθμιση των 72 δόσεων υπόσχεται διευκόλυνση, αλλά υψηλά επιτόκια και προσαυξήσεις την καθιστούν δύσκολη για τους περισσότερους. Δείτε ποιοι κινδυνεύουν να μείνουν εκτός.


Η επανενεργοποίηση της ρύθμισης των 72 δόσεων για οφειλές προς τον ΕΦΚΑ παρουσιάστηκε ως μια ουσιαστική διευκόλυνση για χιλιάδες ασφαλισμένους. Ωστόσο, πίσω από την εικόνα της «ανάσας» κρύβονται σοβαρές αδυναμίες που περιορίζουν σημαντικά την αποτελεσματικότητά της. Για πολλούς ελεύθερους επαγγελματίες και αγρότες, η ένταξη στη ρύθμιση δεν είναι απλώς δύσκολη – είναι σχεδόν ανέφικτη.

Το βασικό αφήγημα της ρύθμισης είναι απλό: περισσότερες δόσεις σημαίνουν μικρότερη μηνιαία επιβάρυνση. Πράγματι, η αύξηση από 24 σε 72 δόσεις φαίνεται να διευκολύνει την αποπληρωμή. Όμως αυτή η «διευκόλυνση» συνοδεύεται από όρους που λειτουργούν αποτρεπτικά ήδη από το πρώτο στάδιο. Για να ενταχθεί κάποιος, πρέπει πρώτα να έχει τακτοποιήσει τις πιο πρόσφατες οφειλές του – μια προϋπόθεση που αποκλείει αυτομάτως όσους συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες.

Και αυτό δεν είναι το μόνο εμπόδιο. Το κόστος εξυπηρέτησης της ρύθμισης αποτελεί ίσως τον πιο καθοριστικό παράγοντα που αποθαρρύνει τους οφειλέτες. Με επιτόκιο που φτάνει το 5,84%, η συνολική επιβάρυνση αυξάνεται σημαντικά όσο περνά ο χρόνος. Αντί δηλαδή η ρύθμιση να μειώνει ουσιαστικά το βάρος, σε πολλές περιπτώσεις το διογκώνει, μετατρέποντας τη μακροχρόνια αποπληρωμή σε ακριβότερη επιλογή.

Παράλληλα, ένα ακόμη κρίσιμο στοιχείο είναι η απουσία ουσιαστικής μείωσης των προσαυξήσεων και των πρόσθετων τελών. Αυτές οι επιβαρύνσεις αποτελούν μεγάλο μέρος του συνολικού χρέους, ειδικά για όσους έχουν καθυστερήσει την αποπληρωμή για μεγάλο χρονικό διάστημα. Χωρίς σημαντικά «κουρέματα», η αρχική οφειλή παραμένει υψηλή, ακυρώνοντας σε μεγάλο βαθμό τα οφέλη των περισσότερων δόσεων.

Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ξεκάθαρα ποιοι επηρεάζονται περισσότερο. Η μεγάλη πλειονότητα των οφειλετών δεν ανήκει σε μεγάλες επιχειρήσεις, αλλά σε μικρομεσαίους επαγγελματίες και αγρότες. Σχεδόν 9 στους 10 χρωστούν ποσά έως 30.000 ευρώ, ενώ οι περισσότεροι έχουν οφειλές κάτω από 15.000 ευρώ. Πρόκειται δηλαδή για ανθρώπους που, θεωρητικά, θα μπορούσαν να εξυπηρετήσουν τα χρέη τους – αν οι όροι ήταν πιο ευνοϊκοί.

Στην πράξη όμως, το συνδυασμένο βάρος επιτοκίων, προσαυξήσεων και τρεχουσών εισφορών δημιουργεί ένα ασφυκτικό πλαίσιο. Οι οφειλέτες καλούνται όχι μόνο να πληρώνουν τις δόσεις της ρύθμισης, αλλά και να παραμένουν συνεπείς στις νέες υποχρεώσεις τους. Αυτό απαιτεί σταθερό εισόδημα και ρευστότητα, κάτι που δεν είναι δεδομένο για μεγάλο μέρος της αγοράς.

Το συνολικό ύψος των ληξιπρόθεσμων οφειλών επιβεβαιώνει τη σοβαρότητα της κατάστασης. Στα τέλη του 2025, τα χρέη προς τον ΕΦΚΑ και το ΚΕΑΟ ξεπέρασαν τα 51 δισ. ευρώ, σημειώνοντας συνεχή αύξηση τόσο σε τριμηνιαία όσο και σε ετήσια βάση. Αυτή η τάση δείχνει ότι το πρόβλημα όχι μόνο δεν περιορίζεται, αλλά εντείνεται.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, πολλοί ειδικοί εκτιμούν ότι ένα μεγάλο ποσοστό οφειλετών είτε δεν θα μπορέσει να ενταχθεί στη ρύθμιση είτε δεν θα καταφέρει να την τηρήσει μέχρι το τέλος. Το αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος: οι οφειλές ρυθμίζονται προσωρινά, αλλά επανέρχονται λόγω αδυναμίας πληρωμής, επιβαρυνόμενες μάλιστα με νέες προσαυξήσεις.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η συγκεκριμένη πολιτική μπορεί να δώσει ουσιαστική λύση. Χωρίς πιο γενναίες παρεμβάσεις – όπως χαμηλότερα επιτόκια ή σημαντική μείωση προσαυξήσεων – η ρύθμιση κινδυνεύει να παραμείνει ένα εργαλείο περιορισμένης απόδοσης. Αντί να επιλύει το πρόβλημα, ενδέχεται απλώς να το μεταθέτει στο μέλλον.

Συνολικά, η ρύθμιση των 72 δόσεων μοιάζει περισσότερο με μια προσωρινή διευκόλυνση παρά με μια ολοκληρωμένη λύση. Για να αποκτήσει πραγματική αποτελεσματικότητα, απαιτείται προσαρμογή στις πραγματικές οικονομικές δυνατότητες των οφειλετών. Διαφορετικά, χιλιάδες ασφαλισμένοι θα συνεχίσουν να βρίσκονται εκτός συστήματος, εγκλωβισμένοι σε μια διαρκή μάχη με τα χρέη τους.