ΑΑΔΕ: «Παγώνουν» χρέη 6 δισ. ευρώ στην εφορία – Ποιοι οφειλέτες μπαίνουν στο ειδικό καθεστώς και τι αλλάζει

Η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων ετοιμάζεται να προχωρήσει μέσα στο 2026 σε μία νέα μεγάλη αναδιάρθρωση του χαρτοφυλακίου ληξιπρόθεσμων οφειλών, μεταφέροντας χρέη ύψους περίπου 6 δισ. ευρώ στην κατηγορία των «ανεπίδεκτων είσπραξης».

Η συγκεκριμένη διαδικασία δεν συνεπάγεται διαγραφή των χρεών, αλλά ουσιαστικά αποτελεί παραδοχή ότι, με τα σημερινά δεδομένα, οι συγκεκριμένες οφειλές δεν μπορούν να εισπραχθούν ούτε μέσω ρυθμίσεων ούτε μέσω αναγκαστικών μέτρων, όπως οι κατασχέσεις τραπεζικών λογαριασμών και περιουσιακών στοιχείων.

Η κίνηση αυτή εντάσσεται στον ευρύτερο σχεδιασμό της φορολογικής διοίκησης για καλύτερη διαχείριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών, ώστε οι εισπρακτικοί μηχανισμοί να επικεντρωθούν στις απαιτήσεις που έχουν πραγματικές πιθανότητες ανάκτησης.

Πάνω από 41 δισ. ευρώ στα ανεπίδεκτα είσπραξης

Σήμερα, τα χρέη που έχουν ήδη χαρακτηριστεί ανεπίδεκτα είσπραξης ανέρχονται σε περίπου 35,1 δισ. ευρώ. Με την προσθήκη του νέου πακέτου, το συνολικό ποσό αναμένεται να ξεπεράσει τα 41 δισ. ευρώ.

Το μέγεθος γίνεται ακόμη πιο εντυπωσιακό αν ληφθεί υπόψη ότι το σύνολο των αρρύθμιστων ληξιπρόθεσμων οφειλών προς την εφορία φτάνει τα 114,5 δισ. ευρώ.

Σύμφωνα με τον επιχειρησιακό σχεδιασμό της ΑΑΔΕ, το μεγαλύτερο μέρος των νέων χαρακτηρισμών αφορά οφειλές που βρίσκονται στην αρμοδιότητα της Ειδικής Μονάδας Είσπραξης, η οποία διαχειρίζεται κυρίως υποθέσεις μεγάλων οφειλετών.

Συγκεκριμένα, προβλέπεται να χαρακτηριστούν ως ανεπίδεκτα είσπραξης χρέη ύψους 5,8 δισ. ευρώ από μεγάλες υποθέσεις, ενώ επιπλέον θα μεταφερθούν στην ίδια κατηγορία οφειλές περίπου 200 εκατ. ευρώ από μικρότερους φορολογούμενους και άλλα 5 εκατ. ευρώ που σχετίζονται με τελωνειακές απαιτήσεις.

Ποιοι αποφασίζουν για τον χαρακτηρισμό

Η διαδικασία δεν είναι αυτοματοποιημένη και απαιτεί συγκεκριμένες εγκρίσεις ανάλογα με το ύψος της οφειλής.

Για ποσά έως 300.000 ευρώ αρμόδιος είναι ο προϊστάμενος της αρμόδιας ΔΟΥ ή τελωνειακής υπηρεσίας.

Για χρέη που κυμαίνονται από 300.000 ευρώ έως 3 εκατ. ευρώ η απόφαση λαμβάνεται από τον διοικητή της ΑΑΔΕ.

Όταν οι βασικές οφειλές υπερβαίνουν τα 3 εκατ. ευρώ, η εισήγηση πραγματοποιείται αποκλειστικά από την Επιχειρησιακή Μονάδα Είσπραξης.

Μάλιστα, στις περιπτώσεις όπου η συνολική βασική οφειλή ξεπερνά το 1,5 εκατ. ευρώ, οι σχετικές πράξεις κοινοποιούνται και στην αρμόδια υπηρεσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Πότε ένα χρέος θεωρείται ανεπίδεκτο είσπραξης

Η νομοθεσία θέτει αυστηρές προϋποθέσεις προκειμένου μια οφειλή να χαρακτηριστεί ως μη εισπράξιμη.

Αρχικά πρέπει να έχουν εξαντληθεί οι έρευνες για τον εντοπισμό περιουσιακών στοιχείων τόσο του οφειλέτη όσο και των συνυπόχρεων προσώπων, χωρίς να προκύπτει ουσιαστική δυνατότητα είσπραξης.

Παράλληλα, απαιτείται να έχουν κινηθεί οι προβλεπόμενες ποινικές διαδικασίες όπου αυτό είναι δυνατό, ενώ ειδικός ελεγκτής της ΑΑΔΕ οφείλει να συντάξει τεκμηριωμένη έκθεση που να αποδεικνύει την αντικειμενική αδυναμία είσπραξης.

Τι γίνεται όταν υπάρχουν περιουσιακά στοιχεία

Ακόμη και όταν ο οφειλέτης διαθέτει ακίνητη ή κινητή περιουσία, το χρέος μπορεί υπό προϋποθέσεις να χαρακτηριστεί ανεπίδεκτο είσπραξης.

Βασικό κριτήριο αποτελεί η αξία της περιουσίας σε σχέση με το ύψος της οφειλής.

Για τα ακίνητα, η αξία τους δεν πρέπει να υπερβαίνει το 5% της βασικής οφειλής και σε κάθε περίπτωση τις 100.000 ευρώ.

Αν η αξία είναι μεγαλύτερη, το Δημόσιο αφαιρεί από το συνολικό χρέος ποσό ίσο με το διπλάσιο της αξίας των ακινήτων και μόνο το υπόλοιπο μπορεί να χαρακτηριστεί ανεπίδεκτο είσπραξης.

Αντίστοιχη διαδικασία εφαρμόζεται και για την κινητή περιουσία, με ανώτατο όριο τα 30.000 ευρώ.

Ρόλο παίζει και η παλαιότητα της οφειλής

Στις περιπτώσεις επιχειρήσεων που έχουν τεθεί σε εκκαθάριση ή έχουν διαλυθεί, μπορεί επίσης να εφαρμοστεί ο χαρακτηρισμός ανεπίδεκτης είσπραξης.

Απαραίτητη προϋπόθεση είναι να έχουν περάσει τουλάχιστον δέκα χρόνια από την έναρξη της εκκαθάρισης ή τη λύση της εταιρείας και να μην υφίσταται επαρκής περιουσία που να δικαιολογεί περαιτέρω εισπρακτικές ενέργειες.

Το ίδιο ισχύει όταν ο οφειλέτης έχει αποβιώσει χωρίς να αφήσει περιουσιακά στοιχεία και οι κληρονόμοι έχουν αποποιηθεί την κληρονομιά.

Δεν διαγράφονται τα χρέη – Οι συνέπειες για τους οφειλέτες

Παρά τον χαρακτηρισμό τους ως ανεπίδεκτα είσπραξης, τα χρέη δεν εξαφανίζονται από τα βιβλία του Δημοσίου.

Αντίθετα, η παραγραφή τους αναστέλλεται για χρονικό διάστημα δέκα ετών από το τέλος του έτους κατά το οποίο καταχωρίστηκαν στη σχετική λίστα.

Κατά τη διάρκεια αυτού του διαστήματος, οι οφειλέτες και τα συνυπόχρεα πρόσωπα δεν μπορούν να λάβουν φορολογική ενημερότητα ούτε πιστοποιητικά που απαιτούνται για μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων.

Παράλληλα, παραμένουν δεσμευμένοι οι τραπεζικοί λογαριασμοί, οι επενδυτικοί λογαριασμοί και οι τραπεζικές θυρίδες, ενώ το Δημόσιο διατηρεί το δικαίωμα να επανεξετάσει την υπόθεση εφόσον προκύψουν νέα στοιχεία ή περιουσιακά δεδομένα.

Έτσι, η μεταφορά μιας οφειλής στα ανεπίδεκτα είσπραξης δεν αποτελεί «συγχώρεση» του χρέους, αλλά μια ειδική διοικητική διαδικασία που επιτρέπει στην ΑΑΔΕ να επικεντρωθεί στις απαιτήσεις που μπορούν πράγματι να αποδώσουν έσοδα στα δημόσια ταμεία.