Μια σιωπηλή μάχη εξελίσσεται στα ευρωπαϊκά παρασκήνια, με την Ελλάδα να δίνει αγώνα δρόμου για να γλιτώσει από το «τσουχτερό» τίμημα των αμερικανικών δασμών. Στο επίκεντρο βρίσκονται εμβληματικά ελληνικά προϊόντα, όπως η φέτα, το ελαιόλαδο και οι ελιές, που απειλούνται με επιβάρυνση έως και 15% στο ράφι της αμερικανικής αγοράς.
Η πολυαναμενόμενη επισημοποίηση της συμφωνίας ανάμεσα σε ΗΠΑ και ΕΕ για τους εμπορικούς δασμούς φέρνει μεν ανακούφιση σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αλλά για την Ελλάδα είναι απλώς η αρχή. Το οικονομικό επιτελείο της χώρας περιμένει το «πράσινο φως» ώστε να ξεκινήσει σειρά διαβουλεύσεων σε επίπεδο ΕΕ για να εξαιρεθούν συγκεκριμένα ελληνικά προϊόντα από το καθεστώς των δασμών. Η ελληνική στρατηγική στοχεύει να προστατεύσει τόσο τους παραγωγούς όσο και τη θετική πορεία του εμπορικού ισοζυγίου με τις ΗΠΑ.
Σημειώνεται πως οι εξαγωγές ελληνικών προϊόντων προς την αμερικανική αγορά άγγιξαν τα 2,4 δισ. ευρώ το 2023, τη στιγμή που οι εισαγωγές από τις ΗΠΑ ήταν περίπου 2,16 δισ. ευρώ. Αυτό σημαίνει ένα ελαφρύ πλεόνασμα που, αν ανατραπεί λόγω των δασμών, θα έχει σοβαρές επιπτώσεις τόσο για τις επιχειρήσεις όσο και για τη γενικότερη εξαγωγική εικόνα της χώρας.
Προϊόντα όπως η φέτα, το ελληνικό γιαούρτι, το κρασί, οι ελιές και φυσικά το ελαιόλαδο, που έχουν κατοχυρωθεί ως Προϊόντα Ονομασίας Προέλευσης (ΠΟΠ), βρίσκονται στο στόχαστρο. Η επιβολή δασμών σε αυτά δεν θα πλήξει μόνο την ανταγωνιστικότητά τους στις ΗΠΑ, αλλά ενδέχεται να τα «πετάξει έξω» από ράφια και συνεργασίες ετών. Γι’ αυτό, εξετάζονται όλα τα πιθανά διπλωματικά και εμπορικά «χαρτιά» για να επιτευχθούν εξαιρέσεις.
Η ελληνική κυβέρνηση, γνωρίζοντας ότι στις Βρυξέλλες η μάχη θα είναι σκληρή και κάθε χώρα θα υπερασπιστεί τα δικά της προϊόντα (όπως η σαμπάνια της Γαλλίας ή το προσούτο της Ιταλίας), στρέφει το βλέμμα και σε άλλες αγορές. Η Ινδία και η Μέση Ανατολή φιγουράρουν στις πρώτες θέσεις του σχεδιασμού για εναλλακτικούς εμπορικούς προορισμούς, με στόχο να μειωθεί η εξάρτηση από την αμερικανική αγορά.
Ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης τοποθετήθηκε δημόσια, τονίζοντας ότι η συμφωνία με τις ΗΠΑ αποτρέπει την έναρξη ενός νέου εμπορικού πολέμου και διατηρεί τη διατλαντική ενότητα. Όμως, όπως τόνισε, το ιδανικό για την Ελλάδα θα ήταν ένας μηδενικός συντελεστής δασμών. Παρόλο που το 15% θεωρείται χαμηλότερο από την αρχική πρόβλεψη, παραμένει σημαντικό βάρος για τις ελληνικές επιχειρήσεις.
Ο ίδιος άσκησε και έμμεση κριτική προς το εσωτερικό της ΕΕ, επισημαίνοντας ότι η έννοια της ενιαίας αγοράς χάνει την αξία της όταν υπάρχουν ενδοευρωπαϊκά εμπόδια που λειτουργούν σαν «εσωτερικοί δασμοί». Στη βιομηχανία φτάνουν έως και το 45%, ενώ στον τομέα των υπηρεσιών αγγίζουν το 110%. Το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο: η Ευρώπη πρέπει να διορθώσει τα του οίκου της για να σταθεί ενιαία και στις παγκόσμιες εμπορικές διαπραγματεύσεις.
Το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής πραγματοποίησε μελέτη-καμπανάκι, αναλύοντας 20 εξαγωγικούς κλάδους με κατεύθυνση τις ΗΠΑ για την περίοδο 2000-2024. Τα αποτελέσματα αποκαλύπτουν ότι μόνο πέρυσι, τα προϊόντα αυτών των κλάδων αντιστοιχούσαν στο 76% της συνολικής αξίας εξαγωγών προς τις ΗΠΑ. Ειδικά οι ελιές (100 εκατ. ευρώ), το ελαιόλαδο (30 εκατ.) και η φέτα (27 εκατ.) είναι από τα πιο «ευπαθή» εμπορεύματα της λίστας.
Σύμφωνα με τη μελέτη, απαιτείται στοχευμένη υποστήριξη των κλάδων που πλήττονται περισσότερο. Η προτεινόμενη στρατηγική περιλαμβάνει ανακατεύθυνση εξαγωγών σε νέες αγορές —παρά το κόστος— και προσωρινά μέτρα ενίσχυσης, όπως η μείωση μη μισθολογικών βαρών και του κόστους ενέργειας. Ταυτόχρονα, τονίζεται η ανάγκη για επιδοτούμενη κατάρτιση του ανθρώπινου δυναμικού, ώστε οι επιχειρήσεις να προσαρμοστούν αποτελεσματικά στις νέες συνθήκες.
Η μεγάλη εικόνα δείχνει ότι η ελληνική οικονομία δεν έχει περιθώρια εφησυχασμού. Οι παγκόσμιες εμπορικές ισορροπίες αλλάζουν και οι ελληνικές επιχειρήσεις καλούνται να παίξουν σε πολλά ταμπλό ταυτόχρονα —με Βρυξέλλες, Ουάσιγκτον αλλά και εναλλακτικές αγορές που απαιτούν νέα στρατηγική, υπομονή και επενδύσεις.
Ο εμπορικός «συναγερμός» που έχει σημάνει για τα ελληνικά ΠΟΠ προϊόντα είναι μια κρίσιμη δοκιμασία. Αν η χώρα δεν εξασφαλίσει εξαιρέσεις ή εναλλακτικές, τότε οι δασμοί μπορεί να μην είναι απλώς «χαράτσι», αλλά καταλύτης για αλλαγή πορείας στην εξαγωγική πολιτική.



