Με μεγάλες προσδοκίες αλλά και σοβαρά εμπόδια ξεκινά το νέο πρόγραμμα «Ανακαινίζω – Νοικιάζω», μέσω του οποίου η κυβέρνηση επιχειρεί να επαναφέρει στην αγορά χιλιάδες κλειστά διαμερίσματα, δίνοντας ισχυρά οικονομικά κίνητρα για ανακαινίσεις και επανεκμίσθωση κατοικιών. Παρά την επιδότηση που φτάνει ακόμη και το 80% του κόστους, πολλοί ιδιοκτήτες εκτιμάται ότι τελικά δεν θα μπορέσουν να αξιοποιήσουν το πρόγραμμα, καθώς οι προϋποθέσεις συμμετοχής και τα αυξημένα έξοδα δημιουργούν ένα δύσκολο τοπίο.
Το νέο στεγαστικό εργαλείο διαθέτει συνολικό προϋπολογισμό 500 εκατομμυρίων ευρώ και παρουσιάζεται ως μία από τις βασικές παρεμβάσεις για την αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης. Στόχος είναι να ανοίξουν ξανά κατοικίες που παραμένουν ανενεργές επί χρόνια και να αυξηθεί η προσφορά διαθέσιμων ακινήτων προς ενοικίαση, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου τα ενοίκια έχουν εκτοξευθεί.
Ωστόσο, πίσω από τα υψηλά ποσοστά επιδότησης, πολλοί ιδιοκτήτες βρίσκονται αντιμέτωποι με σημαντικά εμπόδια που ενδέχεται να τους αποκλείσουν από τη διαδικασία.
Πώς λειτουργεί το πρόγραμμα
Το «Ανακαινίζω – Νοικιάζω» αφορά κατοικίες που παραμένουν κλειστές ή αχρησιμοποίητες για μεγάλο χρονικό διάστημα. Βασική προϋπόθεση είναι τα ακίνητα να εμφανίζουν εξαιρετικά χαμηλή ή μηδενική κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος για τουλάχιστον τρία χρόνια, στοιχείο που αποδεικνύει ότι δεν χρησιμοποιούνται ως κύρια κατοικία.
Η κρατική ενίσχυση καλύπτει από 70% έως 80% των δαπανών ανακαίνισης, ανάλογα με το εισόδημα και τα κοινωνικά κριτήρια του δικαιούχου. Παράλληλα, προβλέπονται πρόσθετες ενισχύσεις για συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών και περιοχών.
Το ανώτατο όριο χρηματοδότησης ορίζεται στα 300 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, με το πρόγραμμα να καλύπτει εργασίες όπως βαψίματα, αλλαγές κουφωμάτων, ηλεκτρολογικές και υδραυλικές παρεμβάσεις, ενεργειακές αναβαθμίσεις και άλλες βασικές εργασίες αποκατάστασης.
Το μεγάλο «αγκάθι» της ιδιωτικής συμμετοχής
Παρά την υψηλή επιδότηση, η πραγματικότητα της αγοράς δημιουργεί νέα δεδομένα για τους ιδιοκτήτες. Οι τιμές των οικοδομικών υλικών, των συνεργείων και των τεχνικών εργασιών έχουν αυξηθεί κατακόρυφα τα τελευταία χρόνια, με αποτέλεσμα το όριο χρηματοδότησης να μην επαρκεί σε πολλές περιπτώσεις για πλήρη ανακαίνιση.
Έτσι, αρκετοί ιδιοκτήτες θα χρειαστεί να καλύψουν σημαντικό μέρος του κόστους από την τσέπη τους, κάτι που λειτουργεί αποτρεπτικά, ιδιαίτερα για όσους αντιμετωπίζουν ήδη οικονομικές δυσκολίες.
Παράγοντες της αγοράς ακινήτων εκτιμούν ότι σε παλαιότερα διαμερίσματα οι πραγματικές ανάγκες ανακαίνισης μπορεί να ξεπερνούν κατά πολύ το ποσό που καλύπτεται μέσω του προγράμματος, ειδικά όταν απαιτούνται εκτεταμένες παρεμβάσεις.
Ποιοι κινδυνεύουν να μείνουν εκτός
Ένα από τα βασικότερα προβλήματα αφορά τις πολυϊδιοκτησίες. Σε πολλά ακίνητα υπάρχουν περισσότεροι συνιδιοκτήτες — συχνά κληρονόμοι ή συγγενείς — και για να προχωρήσει η ένταξη απαιτείται συναίνεση όλων των εμπλεκομένων.
Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι ακόμη και μία διαφωνία μπορεί να «μπλοκάρει» ολόκληρη τη διαδικασία, αφήνοντας εκτός επιδότησης χιλιάδες ακίνητα που παραμένουν κλειστά επί χρόνια.
Επιπλέον, δυσκολίες αναμένεται να αντιμετωπίσουν ιδιοκτήτες που έχουν αρρύθμιστα χρέη, εκκρεμότητες με την Εφορία ή ασφαλιστικά ταμεία, καθώς και ακίνητα που είναι υποθηκευμένα ή εμπλέκονται σε νομικές διαδικασίες.
Το πρόγραμμα δεν καλύπτει επίσης ακίνητα που έχουν περάσει στον έλεγχο τραπεζών ή εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων (servicers), καθώς δικαιούχοι μπορούν να είναι μόνο φυσικά πρόσωπα.
Τα μπόνους που αυξάνουν την επιδότηση
Πέρα από το βασικό ποσοστό ενίσχυσης, προβλέπονται και πρόσθετες προσαυξήσεις για συγκεκριμένες κατηγορίες.
Ειδικότερα:
- Επιπλέον 5% δίνεται για ακίνητα που βρίσκονται σε ορεινές και νησιωτικές περιοχές.
- Άλλο 5% προβλέπεται για νέους ιδιοκτήτες έως 35 ετών.
- Πρόσθετο 5% λαμβάνουν πολύτεκνοι, τρίτεκνοι και άτομα με αναπηρία.
Οι συγκεκριμένες ενισχύσεις μπορούν να ανεβάσουν σημαντικά το τελικό ποσοστό επιδότησης, ωστόσο ακόμη κι έτσι αρκετοί ιδιοκτήτες εκτιμούν ότι το συνολικό κόστος παραμένει υψηλό.
Ο στόχος της κυβέρνησης και η πραγματική εικόνα
Η κυβέρνηση επιδιώκει μέσω του προγράμματος να αυξηθεί η διαθεσιμότητα κατοικιών προς ενοικίαση και να περιοριστούν οι πιέσεις στις τιμές των ενοικίων, ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα και στις τουριστικές περιοχές.
Στην αγορά υπολογίζεται ότι υπάρχουν δεκάδες χιλιάδες κλειστά διαμερίσματα, πολλά από τα οποία παραμένουν ανεκμετάλλευτα λόγω έλλειψης χρημάτων για ανακαίνιση ή εξαιτίας ιδιοκτησιακών προβλημάτων.
Παρά τα κίνητρα, ειδικοί της κτηματαγοράς εκφράζουν επιφυλάξεις για το κατά πόσο το πρόγραμμα θα μπορέσει να αποδώσει τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Όπως τονίζουν, χωρίς ουσιαστική αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους εργασιών και των γραφειοκρατικών εμποδίων, ένα μεγάλο μέρος ιδιοκτητών θα συνεχίσει να μένει εκτός.
Το επόμενο διάστημα αναμένεται να αποσαφηνιστούν οι τελικές λεπτομέρειες εφαρμογής, καθώς και οι όροι συμμετοχής, με χιλιάδες ενδιαφερόμενους να παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις γύρω από το νέο πρόγραμμα στέγασης.



