Μια εξέλιξη που αφορά χιλιάδες δικαιούχους συντάξεων χηρείας έρχεται στο φως, μετά την επίσημη παραδοχή του ΕΦΚΑ ότι οφείλει αναδρομικά ποσά σε συγκεκριμένη κατηγορία συνταξιούχων. Η εξέλιξη αυτή προκύπτει ύστερα από απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στην οποία ο οργανισμός δηλώνει ότι θα συμμορφωθεί πλήρως, αναγνωρίζοντας ότι επί σειρά ετών εφαρμόστηκε πρακτική που δεν στηριζόταν ρητά στον νόμο.
Η υπόθεση αφορά συντάξεις χηρείας που εκδόθηκαν μετά την εφαρμογή του νόμου 4387/2016, γνωστού και ως νόμου Κατρούγκαλου, και συγκεκριμένα στο χρονικό διάστημα από τις 13 Μαΐου 2016 έως και τον Μάιο του 2019. Σε αυτή την τριετία, οι υπηρεσίες του ΕΦΚΑ κατέβαλαν στους επιζώντες συζύγους το 50% της σύνταξης του θανόντος, όμως το ποσό αυτό δεν υπολογίστηκε με τον τρόπο που όφειλε.
Το κρίσιμο σημείο βρίσκεται στον επανυπολογισμό. Αντί το ποσοστό του 50% να εφαρμοστεί πάνω στο αρχικό ποσό σύνταξης που λάμβανε ο θανών πριν από τον θάνατό του, ο ΕΦΚΑ προχωρούσε πρώτα σε επανυπολογισμό της σύνταξης – διαδικασία που συχνά οδηγούσε σε μειωμένο ποσό. Στη συνέχεια, το 50% εφαρμοζόταν πάνω σε αυτή τη μικρότερη βάση. Έτσι, οι δικαιούχοι κατέληγαν να εισπράττουν σημαντικά λιγότερα χρήματα από εκείνα που θα δικαιούνταν αν ο υπολογισμός γινόταν σωστά.
Με απλά λόγια, οι χήρες και οι χήροι δεν λάμβαναν το μισό της σύνταξης που πράγματι είχε κατοχυρώσει ο θανών, αλλά το μισό ενός ήδη «κουρεμένου» ποσού. Και αυτό, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, δεν προβλεπόταν ξεκάθαρα από τη νομοθεσία.
Η πρακτική αυτή αμφισβητήθηκε δικαστικά από χήρες αποστράτων, οι οποίες προσέφυγαν στη Δικαιοσύνη διεκδικώντας τη διαφορά. Οι προσφυγές αυτές είχαν θετική έκβαση, με το Ελεγκτικό Συνέδριο να δικαιώνει τις ενάγουσες και να κρίνει ότι η μεθοδολογία που ακολουθήθηκε ήταν εσφαλμένη. Κατόπιν αυτής της απόφασης, ο ΕΦΚΑ αναγκάστηκε να αναγνωρίσει την υποχρέωσή του να επιστρέψει τα ποσά που παρακρατήθηκαν αδικαιολόγητα.
Ο οργανισμός διευκρινίζει, ωστόσο, ότι η απόφαση δεν αφορά το σύνολο των συνταξιούχων χηρείας. Σύμφωνα με τη θέση του, πρόκειται για περιορισμένο αριθμό δικαιούχων που ανήκουν σε ειδική κατηγορία του Δημοσίου και των οποίων οι συντάξεις εκδόθηκαν μέσα στο συγκεκριμένο χρονικό παράθυρο. Επιπλέον, οι περιπτώσεις αυτές σχετίζονται αποκλειστικά με θανάτους που σημειώθηκαν από την έναρξη ισχύος του νόμου 4387/2016 έως την ψήφιση του νόμου 4611/2019.
Ο τελευταίος νόμος, που ψηφίστηκε το 2019, έφερε σημαντική αλλαγή στο καθεστώς των συντάξεων χηρείας, αυξάνοντας το ποσοστό από το 50% στο 70% της σύνταξης του θανόντος. Ωστόσο, η αύξηση αυτή δεν είχε αναδρομική ισχύ, γεγονός που σημαίνει ότι δεν καλύπτει τις προηγούμενες περιόδους. Έτσι, το επίμαχο ζήτημα παραμένει αποκλειστικά στο πώς υπολογίστηκε το 50% πριν από την αλλαγή του νόμου.
Ο ΕΦΚΑ επιμένει ότι, στο σύνολό τους, οι μεταβιβάσεις συντάξεων λόγω θανάτου πραγματοποιούνται βάσει του ισχύοντος κανονιστικού πλαισίου και των ενιαίων κανόνων που θεσπίστηκαν με τους νόμους 4387/2016 και 4611/2019. Παρ’ όλα αυτά, η συγκεκριμένη υπόθεση δείχνει ότι στην πράξη υπήρξαν αποκλίσεις που οδήγησαν σε απώλειες εισοδήματος για τους δικαιούχους.
Η αναγνώριση των αναδρομικών, έστω και για περιορισμένο αριθμό περιπτώσεων, δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για το αν θα ακολουθήσουν και άλλες διεκδικήσεις στο μέλλον. Για πολλούς, η εξέλιξη αυτή θεωρείται δικαίωση μετά από χρόνια αβεβαιότητας, αλλά και ένα σαφές μήνυμα ότι οι δικαστικές αποφάσεις μπορούν να ανατρέψουν παγιωμένες διοικητικές πρακτικές.
Το επόμενο διάστημα αναμένεται με ενδιαφέρον, καθώς μένει να φανεί πότε και με ποιον τρόπο θα καταβληθούν τα αναδρομικά ποσά, αλλά και αν το ζήτημα θα πάρει μεγαλύτερες διαστάσεις από αυτές που σήμερα αναγνωρίζει ο ΕΦΚΑ.



