Από σήμερα αλλάζει οριστικά ο τρόπος με τον οποίο εκδίδονται τα τιμολόγια στην Ελλάδα, σηματοδοτώντας την έναρξη μιας νέας εποχής για τις επιχειρήσεις. Η υποχρεωτική εφαρμογή της ηλεκτρονικής τιμολόγησης μπαίνει στην πρώτη της φάση και όσοι δεν προσαρμοστούν εγκαίρως, κινδυνεύουν με βαριά πρόστιμα και σοβαρά φορολογικά προβλήματα.
Η μετάβαση δεν αφορά όλους ταυτόχρονα. Στο πρώτο κύμα εντάσσονται οι επιχειρήσεις και οι επαγγελματίες που δήλωσαν ακαθάριστα έσοδα άνω του 1 εκατ. ευρώ για το φορολογικό έτος 2023. Για αυτούς, από σήμερα η έκδοση παραστατικών με τον «παραδοσιακό» τρόπο αποτελεί παρελθόν.
Τι αλλάζει στην πράξη
Με το νέο καθεστώς, τα τιμολόγια δεν εκδίδονται απευθείας από την επιχείρηση, αλλά μέσω πιστοποιημένου Παρόχου Ηλεκτρονικής Τιμολόγησης ή μέσω των δωρεάν εφαρμογών της ΑΑΔΕ. Ο πάροχος αναλαμβάνει να εκδώσει το τιμολόγιο και να το διαβιβάσει ταυτόχρονα στον εκδότη, στον πελάτη και στο σύστημα myDATA, σε πραγματικό χρόνο.
Στόχος της αλλαγής είναι διπλός: αφενός η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και των εικονικών τιμολογίων, αφετέρου η αυτοματοποίηση σημαντικών φορολογικών διαδικασιών που μέχρι σήμερα επιβάρυναν επιχειρήσεις και λογιστήρια.
Τα οφέλη που υπόσχεται το νέο σύστημα
Η καθολική εφαρμογή της ηλεκτρονικής τιμολόγησης φέρνει μια σειρά από πλεονεκτήματα. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η μείωση της απώλειας ΦΠΑ, η προσυμπλήρωση των δηλώσεων ΦΠΑ και του εντύπου Ε3, αλλά και ο περιορισμός των λαθών που προκύπτουν από τη χειροκίνητη καταχώριση στοιχείων.
Παράλληλα, μειώνεται σημαντικά το διαχειριστικό κόστος: λιγότερα έξοδα εκτύπωσης, αποστολής και αποθήκευσης τιμολογίων, μικρότερος κίνδυνος απώλειας παραστατικών και λιγότερες διαφωνίες με πελάτες και προμηθευτές.
Οι προθεσμίες που δεν πρέπει να χαθούν
Η πιο κρίσιμη υποχρέωση για τις επιχειρήσεις της πρώτης φάσης είναι η δήλωση έναρξης ηλεκτρονικής έκδοσης στοιχείων στο myDATA. Η δήλωση αυτή πρέπει να υποβληθεί το αργότερο έως τις 12 Φεβρουαρίου.
Η διαδικασία προβλέπει ότι ο πάροχος έχει προθεσμία δέκα ημερών από την υπογραφή της σύμβασης για να καταχωρίσει τη δήλωση. Η επιχείρηση ενημερώνεται ηλεκτρονικά και έχει δικαίωμα να την αποδεχθεί ή να την απορρίψει. Αν δεν αντιδράσει εντός της προθεσμίας, η αποδοχή θεωρείται αυτόματη.
Σε περίπτωση όμως που ο πάροχος δεν προχωρήσει στη δήλωση, η ευθύνη μεταφέρεται αποκλειστικά στην επιχείρηση, η οποία οφείλει να την υποβάλει μόνη της. Η παράλειψη δεν συγχωρείται.
Χιλιάδες επιχειρήσεις ακόμα εκτεθειμένες
Παρά τη σαφήνεια των οδηγιών, τα στοιχεία δείχνουν ότι η συμμόρφωση δεν είναι καθολική. Από τις περίπου 38.000 επιχειρήσεις που υποχρεούνται να ενταχθούν άμεσα, λίγο πάνω από τις μισές έχουν ολοκληρώσει τη διαδικασία. Περίπου 18.000 επιχειρήσεις βρίσκονται ακόμη «στον αέρα», ενώ σε χιλιάδες από αυτές έχουν ήδη σταλεί σχετικές ειδοποιήσεις.
Αξιοσημείωτο είναι ότι περισσότερες από 3.000 επιχειρήσεις χρησιμοποιούν ήδη ηλεκτρονικά εργαλεία τιμολόγησης, αλλά δεν έχουν κάνει το τυπικό –και απολύτως απαραίτητο– βήμα της δήλωσης.
Το πρόστιμο που μπορεί να αποδειχθεί καταστροφικό
Από τις 13 Φεβρουαρίου και μετά, τα τιμολόγια που εκδίδονται εκτός παρόχου ή εκτός των εγκεκριμένων εφαρμογών θεωρούνται, ουσιαστικά, ανύπαρκτα. Ο νόμος αντιμετωπίζει την έκδοσή τους ως μη έκδοση παραστατικού.
Η κύρωση είναι ιδιαίτερα αυστηρή: πρόστιμο ίσο με το 50% του ΦΠΑ που αναγράφεται σε κάθε μη νόμιμο τιμολόγιο. Για επιχειρήσεις με μεγάλο όγκο συναλλαγών, το κόστος μπορεί να γίνει δυσβάσταχτο και να απειλήσει ευθέως τη βιωσιμότητά τους.
Τι έρχεται στη δεύτερη φάση
Η υποχρέωση θα επεκταθεί και στις μικρότερες επιχειρήσεις από την 1η Οκτωβρίου 2026, με μεταβατική περίοδο έως το τέλος του έτους. Για αυτή την κατηγορία προβλέπονται γενναία φορολογικά κίνητρα για όσους ενταχθούν νωρίτερα.
Όσοι επιλέξουν να συνάψουν σύμβαση με πάροχο τουλάχιστον δύο μήνες πριν από την υποχρεωτική ημερομηνία, θα επωφεληθούν από υπερ-εκπτώσεις δαπανών: 200% έκπτωση για εξοπλισμό, λογισμικό και υπηρεσίες ηλεκτρονικής τιμολόγησης τον πρώτο χρόνο.
Η μετάβαση έχει ξεκινήσει – και για όσους καθυστερούν, ο χρόνος μετρά πλέον αντίστροφα.



