Ανατροπή-βόμβα στα δάνεια σε ελβετικό φράγκο; Όλοι περιμένουν την κίνηση-κλειδί του Αρείου Πάγου!

Μια υπόθεση που κρατά σε αγωνία δεκάδες χιλιάδες δανειολήπτες σε όλη τη χώρα φτάνει πλέον στο πιο καθοριστικό της σημείο. Τα στεγαστικά δάνεια σε ελβετικό φράγκο –ένα πρόβλημα που ταλανίζει ελληνικά νοικοκυριά εδώ και πάνω από μια δεκαετία– επιστρέφουν στο προσκήνιο, καθώς ο Άρειος Πάγος καλείται να αποφασίσει αν θα ανοίξει ξανά τον δρόμο της δικαίωσης ή αν οριστικά θα κλείσει κάθε περιθώριο δικαστικής προστασίας.

Ο Πανελλήνιος Σύλλογος Δανειοληπτών Ελβετικού Φράγκου (ΣΥ.ΔΑΝ.Ε.Φ.) έχει επενδύσει τις τελευταίες του ελπίδες στη σημερινή συζήτηση των συλλογικών αγωγών κατά τριών συστημικών τραπεζών. Αν ούτε αυτή η προσφυγή φέρει αποτέλεσμα, τότε –όπως προειδοποιούν οι ίδιοι– οι δανειολήπτες θα βρεθούν μπροστά σε ένα αδιέξοδο χωρίς περαιτέρω νομικά μέσα.

Το αίτημα που μπορεί να αλλάξει τα πάντα

Κεντρική επιδίωξη των δανειοληπτών δεν είναι άλλη από το να σταλεί προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ). Θέλουν ο Άρειος Πάγος να ζητήσει καθοδήγηση από την Ευρώπη, ελπίζοντας ότι μια νέα ερμηνεία της Οδηγίας 93/13/ΕΚ για τις καταχρηστικές ρήτρες θα ανοίξει ξανά τη δυνατότητα να χαρακτηριστεί καταχρηστικός ο όρος που επιβάλλει αποπληρωμή με την τρέχουσα συναλλαγματική ισοτιμία.

Εάν το ΔΕΕ έδινε την παραμικρή νομική βάση, αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει στο να επιστρέψουν οι δανειολήπτες στην αρχική ισοτιμία με την οποία έλαβαν το δάνειο, πριν η εκτίναξη του ελβετικού φράγκου εκτοξεύσει τις οφειλές τους.

Η πρόεδρος του Συλλόγου έχει δηλώσει επανειλημμένα πως ο Άρειος Πάγος «οφείλει να αναζητήσει καθαρή απάντηση από την Ευρώπη», τονίζοντας πως μόνο έτσι μπορεί να διασφαλιστεί η ορθή εφαρμογή του ευρωπαϊκού δικαίου προστασίας του καταναλωτή.

Το παρελθόν βαραίνει, αλλά οι ελπίδες δεν σβήνουν

Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι πιο περίπλοκη. Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ήδη από το 2019 είχε κρίνει ότι ο επίμαχος όρος δεν είναι καταχρηστικός, δίνοντας σαφή στήριξη στις τράπεζες.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, ήρθε και η προδικαστική απόφαση του ΔΕΕ τον Δεκέμβριο του 2021 (υπόθεση C-243/20), η οποία κινήθηκε στην ίδια κατεύθυνση: επιβεβαίωσε ότι η ρήτρα αποπληρωμής βάσει της τρέχουσας ισοτιμίας εξαιρείται από τον έλεγχο καταχρηστικότητας.

Το σκεπτικό του ΔΕΕ βασίστηκε στο ότι η συγκεκριμένη ρήτρα δεν είναι αυθαίρετη επινόηση των τραπεζών, αλλά αντικατοπτρίζει τον κανόνα του άρθρου 291 Αστικού Κώδικα: όταν μια χρηματική οφειλή σε ξένο νόμισμα καταβάλλεται στην Ελλάδα, ο οφειλέτης πληρώνει στο εθνικό νόμισμα με βάση την ισοτιμία της ημέρας πληρωμής. Δηλαδή, οι δανειολήπτες «υπέγραψαν» κάτι που έτσι κι αλλιώς προβλέπει ο νόμος.

Με άλλα λόγια, το ΔΕΕ θεωρεί ότι ο όρος αυτός δεν μπορεί να χαρακτηριστεί καταχρηστικός, γιατί αποτελεί αντανάκλαση ενδοτικού κανόνα δικαίου – και άρα βρίσκεται εκτός του πεδίου ελέγχου της Οδηγίας 93/13.

Γιατί, λοιπόν, οι δανειολήπτες επιμένουν;

Παρά το δυσμενές προηγούμενο, ο ΣΥ.ΔΑΝ.Ε.Φ. συνεχίζει να πιέζει για νέο προδικαστικό ερώτημα. Το επιχείρημά τους στηρίζεται στην αρχή της διαφάνειας, μια διάσταση που –όπως υποστηρίζουν– δεν εξετάστηκε επαρκώς στην απόφαση του 2021.

Σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Πολωνία και η Ουγγαρία, το ΔΕΕ έχει δώσει έμφαση στο αν ο καταναλωτής ενημερώθηκε ουσιαστικά για τους κινδύνους που αναλάμβανε. Αν δηλαδή γνώριζε ότι ένα δάνειο σε ξένο νόμισμα μπορεί να μετατραπεί σε οικονομική παγίδα εάν το νόμισμα αυτό ισχυροποιηθεί.

Οι Έλληνες δανειολήπτες υποστηρίζουν ότι ποτέ δεν ενημερώθηκαν σωστά και ότι οι τράπεζες υποβάθμισαν συστηματικά τον συναλλαγματικό κίνδυνο. Άρα, ακόμη κι αν η ρήτρα αντανακλά ενδοτικό κανόνα, η έλλειψη διαφάνειας θα έπρεπε –κατά τη δική τους θέση– να επιτρέψει την επανεξέταση της υπόθεσης.

Η μεγάλη στιγμή στον Άρειο Πάγο

Η σημερινή συζήτηση στον Άρειο Πάγο θεωρείται ιστορικής σημασίας. Ανώτατες δικαστικές πηγές παραδέχονται ότι το περιθώριο για ριζική ανατροπή υπάρχει μεν, αλλά είναι περιορισμένο.

Για να γίνει δεκτό νέο προδικαστικό ερώτημα, το δικαστήριο θα πρέπει να πειστεί ότι το προηγούμενο (του 2021) δεν κάλυψε όλες τις κρίσιμες πτυχές – ειδικά εκείνες που σχετίζονται με το αν ο όρος αποτελεί Γενικό Όρο Συναλλαγών και κατά πόσο η διαφάνεια εφαρμόστηκε στην πράξη.

Αν όμως τα επιχειρήματα δεν θεωρηθούν επαρκώς νέα ή ουσιώδη, τότε ο Άρειος Πάγος δεν έχει λόγο να μεταβάλει στάση. Σε αυτή την περίπτωση, η νομολογία παραμένει όπως έχει: οι δανειολήπτες φέρουν τον συναλλαγματικό κίνδυνο, και οι τράπεζες δικαιώνονται πλήρως.

Τι κρίνεται τελικά;

Δεν συζητείται μόνο μια νομική λεπτομέρεια. Παίζεται η τύχη χιλιάδων οικογενειών που βλέπουν τις οφειλές τους να έχουν πολλαπλασιαστεί χωρίς να μπορούν να κάνουν τίποτα. Για αρκετούς από αυτούς, η σημερινή διαδικασία στον Άρειο Πάγο είναι η τελευταία ευκαιρία να ανοίξει ξανά μια πόρτα δικαιοσύνης.

Αν το Ανώτατο Δικαστήριο αποφασίσει να ζητήσει τη συνδρομή του ΔΕΕ, το ζήτημα θα παραμείνει ζωντανό και ίσως δημιουργήσει νέα δεδομένα. Αν όχι, τότε η υπόθεση κλείνει οριστικά στα ελληνικά δικαστήρια και ο δρόμος προς οποιαδήποτε δικαίωση καθίσταται εξαιρετικά δύσβατος.