Απίστευτο: Γιατί χιλιάδες γυναίκες με 40 χρόνια δουλειάς δεν παίρνουν σύνταξη;

Πολλές γυναίκες που μπήκαν στην αγορά εργασίας τη δεκαετία του ’80 αντιμετωπίζουν σήμερα μια άδικη πραγματικότητα: Παρά τα 37 ή και 40 χρόνια αδιάλειπτης εργασίας, δεν μπορούν να πάρουν σύνταξη επειδή δεν πληρούν τα όρια ηλικίας. Το ισχύον ασφαλιστικό σύστημα φαίνεται να «τιμωρεί» όσους εργάζονται από τα 18 τους, με τους κανόνες που ισχύουν μετά το 2016 να κλείνουν κάθε δίοδο πρόωρης εξόδου.

Οι νοσηλεύτριες των δημόσιων νοσοκομείων είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Έχουν δώσει τον καλύτερο εαυτό τους σε δύσκολες συνθήκες, αλλά τώρα βλέπουν μπροστά τους ένα αδιέξοδο: Παρόλο που έχουν καλύψει δεκαετίες σκληρής δουλειάς, τους ζητούν να συνεχίσουν έως τα 62 ή 67, συχνά ξεπερνώντας τα 44 χρόνια υπηρεσίας!

Η κατάργηση ευνοϊκών ρυθμίσεων πρόωρης συνταξιοδότησης και η αύξηση των ηλικιακών ορίων με τον νόμο Κατρούγκαλου (Ν.4387/2016) έχουν «κλειδώσει» ολόκληρη γενιά εργαζομένων. Όσες γυναίκες ξεκίνησαν να εργάζονται στα 18, βρίσκονται τώρα εγκλωβισμένες σε ένα ατέρμονο «ράλι» χρόνων, αναγκαζόμενες να εργαστούν 44 ή και 46 χρόνια για να πάρουν πλήρη σύνταξη.

Κι όμως, η αναγνώριση της συνεχούς προσφοράς τους παραμένει ανύπαρκτη: Το ισχύον σύστημα προβλέπει ένα ποσοστό αναπλήρωσης που αυξάνεται σημαντικά από το 35ο έως το 39ο έτος ασφάλισης, αλλά μόλις φτάσουν το 40ό έτος, η αύξηση περιορίζεται δραματικά. Από το 0,5% ετησίως μετά το 40ό έτος, το όφελος σχεδόν «παγώνει», αφήνοντας τις εργαζόμενες χωρίς αντίκρισμα για την υπερδεκαετή εμπειρία τους.

Κι αν αυτά ακούγονται άδικα, η πραγματικότητα είναι ακόμη πιο σκληρή όταν φτάνει η ώρα της τελικής σύνταξης. Το ποσό υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές από το 2002 έως την ημερομηνία της αίτησης. Και τι σημαίνει αυτό; Ότι τα χρόνια της οικονομικής κρίσης και της πανδημίας –περίοδοι χαμηλών μισθών– μειώνουν σημαντικά τον μέσο όρο αποδοχών. Έτσι, οι εργαζόμενες βλέπουν τον «κουμπαρά» της σύνταξης να αδειάζει, παρά τις δεκαετίες σκληρής δουλειάς.

Ας πάρουμε για παράδειγμα μια νοσηλεύτρια του Δημοσίου που γεννήθηκε το 1970. Ξεκίνησε στα 18 και μετρά ήδη 37 χρόνια εργασίας. Αν και έχει «χτίσει» πάνω από τρεις δεκαετίες ασφαλιστικών εισφορών, δεν μπορεί να συνταξιοδοτηθεί πριν τα 62 της. Θα φτάσει τα 44 χρόνια δουλειάς για να πάρει πλήρη σύνταξη –κι αυτό αν όλα πάνε καλά.

Και δεν είναι η μόνη. Στον ιδιωτικό τομέα, οι ρυθμίσεις είναι συχνά πιο ευνοϊκές –ειδικά για όσες δούλεψαν σε Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα (ΒΑΕ). Εκεί, μια εργαζόμενη με ανάλογα χρόνια θα μπορούσε να έχει βγει ήδη σε σύνταξη με μειωμένες αποδοχές, ακόμη και πριν από τα 60. Στον δημόσιο τομέα όμως, η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική και οι όποιες «ελαφρύνσεις» μοιάζουν μακρινό όνειρο.

Το αποτέλεσμα; Διπλή αδικία: από τη μία πλευρά, ολόκληρες κατηγορίες εργαζομένων βλέπουν τα χρόνια τους να «χάνονται» χωρίς ανταμοιβή και, από την άλλη, οι ίδιες γυναίκες πληρώνουν το τίμημα της αδιάλειπτης εργασίας με χαμηλότερες συντάξεις, εξαιτίας των μειωμένων μισθών της τελευταίας δεκαπενταετίας.

Γι’ αυτό και το αίτημα για μια «σύνταξη στα 40 έτη εργασίας, χωρίς ηλικιακό όριο» έχει αρχίσει να δυναμώνει. Εργαζόμενες και σωματεία ζητούν να καθιερωθεί ένα πλαίσιο που θα αναγνωρίζει την πραγματική δουλειά –όχι τα πλασματικά έτη– και θα δίνει τη δυνατότητα εξόδου από την εργασία χωρίς να απαιτείται να «περάσουν» κι άλλα χρόνια. Ένα τέτοιο μέτρο θα έδινε κίνητρο σε πολλές γυναίκες να συνεχίσουν να εργάζονται δηλωμένα και θα περιόριζε τη μαύρη εργασία.

Οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους:

  • Δημοτική υπάλληλος, γεννηθείσα το 1970, με 37 χρόνια δουλειάς – πρέπει να φτάσει τα 44 χρόνια για να βγει.

  • Ιδιωτική υπάλληλος σε ΒΑΕ, γεννηθείσα το 1970, με 37 χρόνια – έχει ήδη δικαίωμα σύνταξης στα 55.

  • Δημόσια υπάλληλος με ανήλικο το 2011 – το όριο πήγε στα 65+3 μήνες, απαιτώντας 47 (!) χρόνια δουλειάς συνολικά.

Η ανισότητα είναι προφανής. Και όσο οι κυβερνήσεις αναβάλλουν την αναγνώριση αυτής της αδικίας, τόσο περισσότεροι εργαζόμενοι –και κυρίως γυναίκες– βλέπουν τον κόπο δεκαετιών να μην ανταμείβεται.

Το ερώτημα που τίθεται είναι απλό: πότε επιτέλους το κράτος θα σεβαστεί τα 40 χρόνια δουλειάς και θα σταματήσει να «τιμωρεί» όσες ξεκίνησαν νέες και δεν σταμάτησαν ποτέ να δουλεύουν;