Μέσα σε λιγότερο από δύο χρόνια, το ελαιόλαδο πέρασε από την κατηγορία του πολυτελούς αγαθού στην εικόνα ενός προϊόντος που επιστρέφει σταδιακά σε πιο «φυσιολογικές» τιμές. Τα ράφια των σούπερ μάρκετ δείχνουν πλέον μια σαφή αποκλιμάκωση, με τις τιμές να πλησιάζουν εκείνες της προ του 2023 περιόδου, προκαλώντας ανακούφιση στους καταναλωτές αλλά έντονο προβληματισμό στους παραγωγούς.
Η εξέλιξη αυτή μοιάζει αντιφατική αν αναλογιστεί κανείς ότι η φετινή ελληνική παραγωγή αναμένεται μειωμένη κατά περίπου 20% σε σχέση με πέρυσι. Ωστόσο, οι δυνάμεις που κινούν τη διεθνή αγορά ελαιολάδου φαίνεται πως υπερκαλύπτουν τις απώλειες της εγχώριας παραγωγής και οδηγούν τις τιμές προς τα κάτω.
Το «κύμα» από Τυνησία και Τουρκία
Καθοριστικό ρόλο στη νέα πραγματικότητα παίζει η υπερπαραγωγή ελαιολάδου σε χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, με κυριότερες την Τυνησία και την Τουρκία. Οι ποσότητες που κατευθύνονται προς την ευρωπαϊκή αγορά είναι μεγάλες και οι τιμές ιδιαίτερα χαμηλές, ασκώντας ισχυρή πίεση στο σύνολο της αλυσίδας.
Την ίδια στιγμή, σημαντικά αποθέματα που είχαν διατηρήσει οι Έλληνες παραγωγοί από την προηγούμενη χρονιά λειτουργούν αποτρεπτικά σε οποιαδήποτε ανοδική κίνηση των τιμών. Η αγορά, ουσιαστικά, «πνίγεται» από διαθέσιμο προϊόν.
Η Ισπανία δείχνει τον δρόμο
Στον παγκόσμιο χάρτη του ελαιολάδου, η Ισπανία εξακολουθεί να αποτελεί τον βασικό ρυθμιστή. Οι τιμές παραγωγού εκεί κυμαίνονται σήμερα από 3,9 έως 5 ευρώ το κιλό για το εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο. Αυτό το εύρος τιμών λειτουργεί ως σημείο αναφοράς για όλες τις μεσογειακές χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας.
«Όταν ο μεγαλύτερος παραγωγός στον κόσμο πουλά σε αυτά τα επίπεδα, δεν υπάρχει περιθώριο να κινηθούμε διαφορετικά», επισημαίνει παραγωγός από την Κρήτη. Παράλληλα, η ξηρασία έχει προκαλέσει δραματική πτώση της παραγωγής στο νησί, η οποία φέτος εκτιμάται ότι δεν θα ξεπεράσει τους 25.000 τόνους – περίπου 70% χαμηλότερα από προηγούμενες χρονιές.
Τιμές παραγωγού: Απότομη προσγείωση
Το αποτέλεσμα αυτών των εξελίξεων αποτυπώνεται ξεκάθαρα στις τιμές παραγωγού. Εκεί που στην αρχή της σεζόν το εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο πωλούνταν έως και 7,85 ευρώ το κιλό, σήμερα οι περισσότερες συναλλαγές γίνονται μεταξύ 4 και 5,5 ευρώ, ανάλογα με την ποιότητα και την περιοχή.
Για πολλούς παραγωγούς, τα επίπεδα αυτά θεωρούνται μη βιώσιμα. «Με τέτοιες τιμές δεν καλύπτονται ούτε τα βασικά κόστη», τονίζει παραγωγός από τη Μεσσηνία, σημειώνοντας ότι το προϊόν θα έπρεπε να φεύγει από το χωράφι κοντά στα 8 ευρώ το κιλό για να υπάρξει πραγματικό εισόδημα.
Μειωμένη κατανάλωση, αυξημένος ανταγωνισμός
Στο πρόβλημα προστίθεται και η αλλαγή της καταναλωτικής συμπεριφοράς. Τα προηγούμενα χρόνια, οι υπέρογκες τιμές ανάγκασαν πολλά νοικοκυριά να στραφούν σε φθηνότερα φυτικά έλαια, όπως το ηλιέλαιο. Η επιστροφή αυτών των καταναλωτών στο ελαιόλαδο δεν είναι αυτόματη, γεγονός που περιορίζει τη ζήτηση.
Ταυτόχρονα, οι εισαγωγές από τρίτες χώρες, με το τυνησιακό ελαιόλαδο να πωλείται στη χονδρική ακόμα και στα 3,2 ευρώ το κιλό, δημιουργούν ένα περιβάλλον έντονου ανταγωνισμού που συμπιέζει περαιτέρω τις τιμές.
Η εικόνα στο ράφι: Ανακούφιση για τον καταναλωτή
Η πτώση των τιμών παραγωγού έχει πλέον περάσει ξεκάθαρα στη λιανική. Τα επώνυμα εξαιρετικά παρθένα ελαιόλαδα, που την περίοδο 2023-2024 κόστιζαν 13,5 έως 14 ευρώ το λίτρο, πωλούνται σήμερα γύρω στα 9,5 ευρώ. Σε περιόδους προσφορών, η τιμή μπορεί να κατρακυλήσει ακόμα και στα 6,5 ευρώ, χαμηλότερα από αρκετά προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας.
Αντίστοιχη εικόνα παρουσιάζει και το απλό ελαιόλαδο. Από τα 12 ευρώ το λίτρο το 2024, οι τιμές υποχώρησαν στα 9 ευρώ το 2025 και πλέον κινούνται μεταξύ 7,5 και 8,6 ευρώ, με τις προσφορές να σπάνε το φράγμα των 6 ευρώ.
Θα κρατηθούν αυτά τα επίπεδα;
Στελέχη της αγοράς εκτιμούν ότι η πτωτική πορεία έχει ολοκληρωθεί και πως οι τιμές θα σταθεροποιηθούν στα σημερινά επίπεδα. Σύμφωνα με τις προβλέψεις του Διεθνούς Συμβουλίου Ελαιολάδου, η παγκόσμια παραγωγή για την περίοδο 2025-2026 θα φτάσει τους 3,44 εκατ. τόνους, ελαφρώς μειωμένη σε σχέση με πέρυσι. Στην Ελλάδα, η παραγωγή δεν αναμένεται να ξεπεράσει τους 220.000 τόνους.
Για τον καταναλωτή, αυτό σημαίνει ότι το ελαιόλαδο παύει –τουλάχιστον προσωρινά– να είναι απαγορευτικό. Για τον παραγωγό όμως, η επιστροφή στην «κανονικότητα» μοιάζει περισσότερο με αγώνα επιβίωσης.



