Η πρόσφατη απόφαση του Αρείου Πάγου για τον τρόπο υπολογισμού των τόκων στα δάνεια που έχουν υπαχθεί στον νόμο Κατσέλη λειτούργησε σαν καταλύτης εξελίξεων στο τραπεζικό σύστημα. Μετά το αρχικό σοκ, κυβέρνηση, τράπεζες και εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων βρίσκονται σε αγώνα δρόμου για να υπολογίσουν τις οικονομικές επιπτώσεις και –κυρίως– να μοιράσουν το κόστος.
Κανείς δεν βγαίνει αλώβητος από αυτή την απόφαση. Οι τράπεζες και οι servicers βλέπουν τα αναμενόμενα έσοδά τους να μειώνονται, καθώς θα υποχρεωθούν σε επανυπολογισμό των τόκων. Την ίδια στιγμή, το Δημόσιο βρίσκεται αντιμέτωπο με έναν δυνητικό δημοσιονομικό κίνδυνο, καθώς έχει αναλάβει ρόλο εγγυητή στις τιτλοποιήσεις κόκκινων δανείων.
Ο «κρυφός» λογαριασμός των τιτλοποιήσεων
Σύμφωνα με εκτιμήσεις που έχουν παρουσιαστεί στους servicers από μεγάλη ελεγκτική εταιρεία, η συνολική επίπτωση στις τιτλοποιήσεις μπορεί να προσεγγίσει το 1 δισ. ευρώ. Πρόκειται για έναν αριθμό που δεν είναι δυνατόν να επιβεβαιωθεί με ακρίβεια, καθώς δεν υπάρχει ακόμη πλήρης εικόνα για το συνολικό ύψος των δανείων του νόμου Κατσέλη που επηρεάζονται από τη δικαστική κρίση.
Το βέβαιο είναι ότι το μεγαλύτερο βάρος αυτής της «τρύπας» μεταφέρεται στις εγγυήσεις του προγράμματος «Ηρακλής». Δηλαδή, αν τα έσοδα από τις τιτλοποιήσεις δεν επαρκέσουν, το Δημόσιο καλείται –τουλάχιστον θεωρητικά– να καλύψει τη διαφορά.
Το «παράθυρο» που αλλάζει τα δεδομένα
Ωστόσο, η υπόθεση δεν είναι τόσο απλή. Στο θεσμικό πλαίσιο του «Ηρακλή» υπάρχουν συγκεκριμένες ρήτρες που προβλέπουν εξαιρέσεις σε περιπτώσεις ακραίων και μη προβλέψιμων εξελίξεων. Οι λεγόμενες «ρήτρες εξαιρετικών περιστάσεων» δίνουν στο Δημόσιο τη δυνατότητα να μην ενεργοποιήσει τις εγγυήσεις, εφόσον συντρέχουν συνθήκες που ξεφεύγουν από τον συνήθη οικονομικό σχεδιασμό.
Σε ένα τέτοιο σενάριο, δεν ακυρώνονται οι υποχρεώσεις, αλλά μετατίθενται χρονικά. Με υπουργική απόφαση, μπορούν να παραταθούν οι προθεσμίες πληρωμής προς τους επενδυτές που έχουν αγοράσει τις τιτλοποιήσεις, με το επιχείρημα ότι η ελληνική οικονομία επηρεάζεται από γεγονότα «όλως ιδιάζοντα».
Ρήξη ή συμβιβασμός;
Αν η κυβέρνηση επιλέξει να αξιοποιήσει αυτές τις ρήτρες, το πιθανότερο είναι ότι θα ανοίξει ένας νέος κύκλος νομικών αντιπαραθέσεων. Τράπεζες και servicers δύσκολα θα αποδεχθούν αδιαμαρτύρητα μια τέτοια εξέλιξη, καθώς επηρεάζει άμεσα τις αποτιμήσεις και τις ταμειακές τους ροές. Προσφυγές και δικαστικές διαμάχες θα μπορούσαν να παρατείνουν την αβεβαιότητα για χρόνια, με επιπτώσεις όχι μόνο στο τραπεζικό σύστημα αλλά και στην εικόνα της χώρας στις αγορές.
Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, οι περισσότερες πλευρές εμφανίζονται διατεθειμένες να αναζητήσουν μια «ενδιάμεση» λύση. Ακόμη και αν αυτή είναι προσωρινή ή ατελής, θεωρείται προτιμότερη από μια μακροχρόνια δικαστική σύγκρουση που θα κρατά παγωμένες κρίσιμες αποφάσεις.
Ο αστάθμητος παράγοντας: οι δανειολήπτες
Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, στο παιχνίδι μπαίνουν δυναμικά και οι ίδιοι οι δανειολήπτες. Μετά την απόφαση του Αρείου Πάγου, χιλιάδες οφειλέτες αναμένεται να διεκδικήσουν επανυπολογισμό των τόκων των δανείων τους, υποστηρίζοντας ότι στο παρελθόν πλήρωσαν ποσά που δεν έπρεπε να είχαν επιβληθεί.
Σε αρκετές περιπτώσεις, οι τόκοι είχαν υπολογιστεί επί ολόκληρου του κεφαλαίου, πρακτική που πλέον τίθεται υπό σοβαρή αμφισβήτηση. Αυτό ανοίγει τον δρόμο όχι μόνο για μειωμένες μελλοντικές δόσεις, αλλά και για αιτήματα επιστροφής χρημάτων που έχουν ήδη καταβληθεί.
Ένα ντόμινο με άγνωστο τέλος
Το μόνο σίγουρο είναι ότι η συγκεκριμένη απόφαση έχει δημιουργήσει ένα ντόμινο εξελίξεων, του οποίου το τελικό κόστος δεν έχει ακόμη αποτυπωθεί πλήρως. Οι επόμενοι μήνες θα είναι κρίσιμοι: θα δείξουν αν το βάρος θα περάσει στο Δημόσιο, αν θα απορροφηθεί εν μέρει από το τραπεζικό σύστημα ή αν θα οδηγηθούμε σε έναν συμβιβασμό που θα μοιράζει τη ζημιά.
Σε κάθε περίπτωση, η υπόθεση των δανείων Κατσέλη επιστρέφει δυναμικά στο προσκήνιο, αποδεικνύοντας ότι οι εκκρεμότητες της κρίσης εξακολουθούν να επηρεάζουν –και να δοκιμάζουν– τις αντοχές της οικονομίας.



