«Ασφυξία χωρίς σωσίβιο»: Γιατί η αγορά πιέζει ξανά για τις 120 δόσεις και τι φοβάται το κράτος

Η συζήτηση για την επαναφορά της ρύθμισης οφειλών έως 120 δόσεις επιστρέφει δυναμικά στο προσκήνιο, αυτή τη φορά με ακόμη μεγαλύτερη ένταση από τον επιχειρηματικό κόσμο. Επιχειρήσεις και ελεύθεροι επαγγελματίες περιγράφουν ένα περιβάλλον μόνιμης πίεσης, όπου τα συσσωρευμένα χρέη λειτουργούν ως τροχοπέδη στη βιωσιμότητα, την ανάπτυξη και, σε πολλές περιπτώσεις, στην ίδια την επιβίωση χιλιάδων επαγγελματικών δραστηριοτήτων.

Για τους εκπροσώπους της αγοράς, η ρύθμιση των 120 δόσεων δεν είναι «χάρη» ούτε ευνοϊκή μεταχείριση, αλλά ένα δοκιμασμένο εργαλείο που απέδωσε σε μια προηγούμενη περίοδο βαθιάς οικονομικής κρίσης. Παρά τις έντονες αντιδράσεις που είχαν εκφραστεί τότε από τους θεσμούς, το συγκεκριμένο σχήμα –όπως υποστηρίζεται– έδωσε τη δυνατότητα σε οφειλέτες να επανενταχθούν στην κανονικότητα, ενώ ταυτόχρονα ενίσχυσε τις πραγματικές εισπράξεις του Δημοσίου.

Το αίτημα τέθηκε εκ νέου με έμφαση από τον πρόεδρο του Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Αθηνών, Γιάννης Μπρατάκος, ο οποίος σε πρόσφατη συνάντηση με δημοσιογράφους μίλησε ανοιχτά για την ανάγκη μιας ρεαλιστικής λύσης μακράς πνοής. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του, μια ρύθμιση με ορίζοντα δεκαετίας θα είχε δημοσιονομικό κόστος που προσεγγίζει τα 3 δισ. ευρώ, ωστόσο το χαρακτήρισε αναγκαίο τίμημα για να παραμείνουν «ζωντανές» χιλιάδες επιχειρήσεις σε μια αγορά που εξακολουθεί να κινείται οριακά.

Ο ίδιος επεσήμανε ότι τα ισχυρά υπερπλεονάσματα του κρατικού προϋπολογισμού δημιουργούν περιθώριο για στοχευμένες παρεμβάσεις, χωρίς να διακυβεύεται η δημοσιονομική σταθερότητα. Στο ίδιο πλαίσιο, επανέφερε και το ζήτημα της προκαταβολής φόρου, προτείνοντας ως πρώτο βήμα τη μείωσή της στο 40% και, σε δεύτερο χρόνο, την πλήρη κατάργησή της. Όπως τόνισε, πρόκειται για αιτήματα που έχουν τεθεί κατ’ επανάληψη στην κυβέρνηση, χωρίς μέχρι σήμερα να έχει δοθεί ουσιαστική απάντηση.

Η «κόκκινη γραμμή» του οικονομικού επιτελείου

Από την πλευρά της κυβέρνησης, το οικονομικό επιτελείο εμφανίζεται ιδιαίτερα συγκρατημένο. Η βασική ανησυχία αφορά τον κίνδυνο επαναφοράς μιας γενικευμένης ρύθμισης που –κατά την άποψή του– θα μπορούσε να ενισχύσει μια κουλτούρα μη πληρωμών και να προκαλέσει αντιδράσεις από τους θεσμούς, οι οποίοι διαχρονικά αντιμετωπίζουν με καχυποψία τέτοιου τύπου παρεμβάσεις.

Το μόνο σενάριο που, σύμφωνα με πληροφορίες, παραμένει στο τραπέζι αφορά εξατομικευμένες λύσεις, κυρίως για οφειλές προς τα ασφαλιστικά ταμεία. Οι ρυθμίσεις αυτές θα βασίζονται σε συγκεκριμένα κριτήρια, όπως το πραγματικό εισόδημα του οφειλέτη, η ηλικία του, αλλά και το συνολικό ύψος των χρεών του. Ακόμη κι αυτό το ενδεχόμενο, ωστόσο, δεν φαίνεται να προχωρά άμεσα.

Τυπικά, υπάρχει και η επιλογή του Εξωδικαστικού Μηχανισμού Ρύθμισης Οφειλών. Στην πράξη όμως, το εργαλείο αυτό αφορά χρέη άνω των 10.000 ευρώ, αφήνοντας εκτός ένα μεγάλο κομμάτι της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας, που συχνά χρωστά μικρότερα ποσά αλλά αδυνατεί να τα εξυπηρετήσει με τις ισχύουσες ρυθμίσεις των 24 ή 48 δόσεων.

Το «καμπανάκι» από τη βιοτεχνία

Στην ίδια γραμμή με το ΕΒΕΑ κινείται και το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Αθήνας. Ο πρόεδρός του, Κωνσταντίνος Δαμίγος, έχει επανειλημμένα ζητήσει τη θέσπιση νέας ρύθμισης έως 120 δόσεις, με σαφή και αντικειμενικά κριτήρια, προσαρμοσμένα στο προφίλ κάθε οφειλέτη. Όπως επισημαίνει, μια τέτοια παρέμβαση δεν θα ανακούφιζε μόνο τις επιχειρήσεις, αλλά θα μπορούσε να οδηγήσει και σε ουσιαστική αύξηση των εσόδων του Δημοσίου.

Αφορμή για την τελευταία του παρέμβαση στάθηκαν τα στοιχεία της έκθεσης του ΚΕΑΟ για το τρίτο τρίμηνο του 2025. Τα δεδομένα είναι αποκαλυπτικά: περισσότερες από τις μισές ενεργές ρυθμίσεις προς τον ΕΦΚΑ καταρρέουν, με οφειλές ύψους 22,14 δισ. ευρώ να βγαίνουν εκτός ρύθμισης. Το αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος, όπου τα χρέη διογκώνονται αντί να μειώνονται.

Σύμφωνα με το ΒΕΑ, τα υπάρχοντα σχήματα αποπληρωμής δεν αντανακλούν τις πραγματικές οικονομικές δυνατότητες των μικρών επιχειρήσεων και των ελεύθερων επαγγελματιών. Δεν είναι τυχαίο, όπως τονίζεται, ότι μόλις ένας στους δέκα οφειλέτες καταφέρνει να ολοκληρώσει επιτυχώς μια ρύθμιση 24 ή 48 δόσεων.

Ρεαλισμός ή αδιέξοδο;

Το μήνυμα από την αγορά είναι σαφές: χωρίς μια γενναία και ταυτόχρονα ρεαλιστική ρύθμιση 120 δόσεων, το ιδιωτικό χρέος θα συνεχίσει να λειτουργεί ως θηλιά για την επιχειρηματικότητα. Οι εκπρόσωποι των επιμελητηρίων επιμένουν ότι δεν πρόκειται για υποχώρηση του κράτους, αλλά για μια αναγκαία επένδυση στη βιωσιμότητα της οικονομίας, στη βελτίωση των εισπράξεων και στη διατήρηση ενός λειτουργικού επιχειρηματικού περιβάλλοντος.

Το ερώτημα που μένει ανοιχτό είναι αν η κυβέρνηση θα επιλέξει να ακούσει αυτή τη φορά τα «καμπανάκια» της αγοράς ή αν η συζήτηση για τις 120 δόσεις θα παραμείνει –για ακόμη μία φορά– εγκλωβισμένη μεταξύ δημοσιονομικών φόβων και πραγματικών αναγκών.