Χηρείας και αναπηρίας: οι συντάξεις με τις ανατροπές – Δες ποιοι παίρνουν πάνω από 1.600€ και ποιοι δεν φτάνουν ούτε τα 200€

Παρά τις αλλεπάλληλες μεταρρυθμίσεις των τελευταίων ετών, το ασφαλιστικό σύστημα συνεχίζει να παράγει έντονες ανισότητες. Αυτό αποτυπώνεται με τον πιο καθαρό τρόπο στα ποσά που καταβάλλονται για συντάξεις χηρείας και αναπηρίας, όπου οι διαφορές από ταμείο σε ταμείο παραμένουν χαοτικές και συχνά δύσκολα δικαιολογήσιμες.

Η εικόνα που προκύπτει δείχνει ένα σύστημα «πολλών ταχυτήτων», στο οποίο η προέλευση του ασφαλισμένου –και όχι μόνο οι εισφορές ή οι ανάγκες– καθορίζει σε μεγάλο βαθμό το τελικό ποσό που λαμβάνει ο δικαιούχος.


Συντάξεις χηρείας: από τετραψήφια ποσά σε… ψίχουλα

Στις συντάξεις λόγω θανάτου, την πρωτιά εξακολουθούν να κρατούν τα ειδικά ταμεία και ορισμένα ταμεία ελευθέρων επαγγελματιών. Εκεί καταγράφονται οι υψηλότερες μέσες παροχές, οι οποίες σε αρκετές περιπτώσεις ξεπερνούν κατά πολύ τον μέσο όρο του συστήματος.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το ταμείο της ΔΕΗ, όπου η μέση σύνταξη χηρείας αγγίζει τα 1.056 ευρώ μικτά, ποσό που θεωρείται απλησίαστο για τη συντριπτική πλειονότητα των συνταξιούχων. Πολύ κοντά ακολουθούν άλλα ειδικά ταμεία, με παροχές που κινούνται σταθερά κοντά ή και πάνω από τα 900 ευρώ.

Στην ίδια κατηγορία εντάσσονται και ταμεία όπως εκείνα των εργαζομένων στον Τύπο, στις τράπεζες ή σε συγκεκριμένους επαγγελματικούς κλάδους, όπου οι συντάξεις χηρείας κυμαίνονται συνήθως μεταξύ 750 και 940 ευρώ. Πρόκειται για επίπεδα που απέχουν αισθητά από τον γενικό μέσο όρο.

Το Δημόσιο, αν και δεν συγκαταλέγεται στους «πρωταθλητές», διατηρεί σαφώς καλύτερη εικόνα σε σύγκριση με τα μεγάλα ταμεία μισθωτών, με μέση σύνταξη χηρείας λίγο πάνω από τα 735 ευρώ. Αντίστοιχα, το ναυτικό ταμείο κινείται σε παρόμοια επίπεδα, πλησιάζοντας τα 770 ευρώ.


Τα μεγάλα ταμεία μισθωτών μένουν πίσω

Στον αντίποδα βρίσκονται τα μεγάλα ταμεία των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα. Εκεί οι συντάξεις θανάτου διαμορφώνονται σε αισθητά χαμηλότερα επίπεδα, συχνά κάτω από το ψυχολογικό όριο των 700 ευρώ.

Στην πράξη, οι μέσες παροχές κυμαίνονται από περίπου 510 έως 665 ευρώ, ανάλογα με το καθεστώς και τον χρόνο ασφάλισης. Οι αριθμοί αυτοί αποτυπώνουν το βάρος που εξακολουθούν να σηκώνουν οι ασφαλισμένοι των πρώην μεγάλων ταμείων, παρά τη θεωρητική ενοποίηση του συστήματος.

Η πιο ακραία περίπτωση είναι εκείνη των αγροτών. Στον ΟΓΑ, η μέση σύνταξη χηρείας δεν ξεπερνά τα 190 ευρώ, ποσό που μετά βίας καλύπτει βασικές ανάγκες διαβίωσης. Η συγκεκριμένη κατηγορία αναδεικνύει με τον πιο ωμό τρόπο το χάσμα που εξακολουθεί να υπάρχει στο εσωτερικό του ασφαλιστικού.


Αναπηρικές συντάξεις: ακόμη μεγαλύτερο χάσμα

Ανάλογη –αν όχι εντονότερη– είναι η εικόνα και στις συντάξεις αναπηρίας. Και εδώ, τα ειδικά ταμεία κυριαρχούν, καταβάλλοντας ποσά που για άλλους ασφαλισμένους μοιάζουν σχεδόν εξωπραγματικά.

Στην κορυφή βρίσκεται ταμείο ειδικού κλάδου με μέση αναπηρική σύνταξη άνω των 1.620 ευρώ μηνιαίως. Ακολουθούν άλλα ταμεία, όπως εκείνα της ενέργειας, των τραπεζών και των τηλεπικοινωνιών, όπου οι παροχές ξεπερνούν τα 1.280 ευρώ.

Το Δημόσιο διατηρεί επίσης σχετικά υψηλές αναπηρικές συντάξεις, με μέσο ποσό που ξεπερνά τα 1.140 ευρώ, επιβεβαιώνοντας ότι εξακολουθεί να λειτουργεί ως «ασφαλιστική όαση» σε σύγκριση με τον ιδιωτικό τομέα.


Κοντά στα 600€ οι υπόλοιποι – και συχνά λιγότερα

Στον αντίποδα, οι ασφαλισμένοι των μεγάλων ταμείων μισθωτών και οι αγρότες λαμβάνουν αναπηρικές συντάξεις που κινούνται κοντά ή ακόμη και κάτω από τα 620 ευρώ. Σε αρκετές περιπτώσεις, τα ποσά αυτά δεν επαρκούν για να καλύψουν ούτε τις αυξημένες ανάγκες που συνεπάγεται μια μόνιμη αναπηρία.


Ένα σύστημα με ανισότητες που επιμένουν

Τα στοιχεία δείχνουν ξεκάθαρα ότι, παρά τις ενοποιήσεις και τις νομοθετικές παρεμβάσεις, οι παλιές «ταχύτητες» του ασφαλιστικού όχι μόνο δεν εξαφανίστηκαν, αλλά εξακολουθούν να επηρεάζουν καθοριστικά το εισόδημα χιλιάδων δικαιούχων. Οι συντάξεις χηρείας και αναπηρίας παραμένουν ένας καθρέφτης των δομικών ανισοτήτων του συστήματος – και ένα πεδίο όπου η συζήτηση για δικαιοσύνη και εξορθολογισμό παραμένει ανοιχτή.