Διπλός ΕΝΦΙΑ-σοκ: Το μέτρο που «καίει» τράπεζες και servicers και αλλάζει το παιχνίδι στη στέγη

Ένα ισχυρό φορολογικό εργαλείο επιστρατεύει η κυβέρνηση προκειμένου να αντιμετωπίσει ένα από τα πιο πιεστικά προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας: τη στεγαστική κρίση και την έλλειψη διαθέσιμων κατοικιών στην αγορά. Στο επίκεντρο του νέου σχεδιασμού μπαίνουν οι τράπεζες και οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων (servicers), οι οποίες κατέχουν χιλιάδες ακίνητα που παραμένουν κλειστά και εκτός αγοράς.

Η ενεργοποίηση της διάταξης για προσαύξηση 100% στον ΕΝΦΙΑ των κλειστών κατοικιών δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη φορολογική ρύθμιση. Πρόκειται για μια στοχευμένη παρέμβαση με ξεκάθαρο μήνυμα: τα ακίνητα δεν μπορούν να λιμνάζουν όταν η στεγαστική πίεση διογκώνεται και τα ενοίκια κινούνται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα.

Ποιοι πληρώνουν τον διπλό φόρο

Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, οι τράπεζες διαθέτουν περίπου 8.300 ακίνητα, ενώ οι servicers διαχειρίζονται επιπλέον 11.000. Από το σύνολο αυτό, περίπου 7.000 είναι κατοικίες που παραμένουν κλειστές, χωρίς να αξιοποιούνται είτε μέσω πώλησης είτε μέσω ενοικίασης.

Για αυτά τα ακίνητα, ο φετινός λογαριασμός του ΕΝΦΙΑ θα είναι αισθητά αυξημένος. Η επιβολή του διπλού φόρου εκτιμάται ότι θα επιβαρύνει τους μεγάλους κατόχους ακινήτων με ένα συνολικό κόστος που αγγίζει τα 20 εκατ. ευρώ, μετατρέποντας την αδράνεια σε ακριβή επιλογή.

Πότε έρχονται τα εκκαθαριστικά

Τα εκκαθαριστικά σημειώματα με τον αυξημένο ΕΝΦΙΑ αναμένεται να αποσταλούν έως το τέλος Φεβρουαρίου, σηματοδοτώντας και επίσημα την έναρξη εφαρμογής του μέτρου για το 2025. Παρότι ο φόρος είναι «φουσκωμένος», προβλέπεται η δυνατότητα εξόφλησης σε έως 12 μηνιαίες δόσεις, ώστε να περιοριστεί η ταμειακή πίεση στους υπόχρεους.

Ωστόσο, το πραγματικό δίλημμα για τράπεζες και servicers δεν είναι ο τρόπος πληρωμής, αλλά το κατά πόσο θα συνεχίσουν να διατηρούν ανεκμετάλλευτα ακίνητα ή αν θα επιλέξουν να τα ρίξουν στην αγορά, αποφεύγοντας τα επόμενα χρόνια τη διπλή φορολόγηση.

Πού θα πάνε τα χρήματα

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η κατεύθυνση των εσόδων που θα προκύψουν από το μέτρο. Σύμφωνα με τον σχεδιασμό του οικονομικού επιτελείου, τα ποσά που θα εισπραχθούν από τον αυξημένο ΕΝΦΙΑ δεν θα χαθούν στον γενικό κορβανά, αλλά θα διοχετευθούν σε δράσεις στήριξης της στεγαστικής πολιτικής.

Αυτό μεταφράζεται σε προγράμματα που θα ενισχύσουν την πρόσβαση σε προσιτή κατοικία, ειδικά για νέους, ευάλωτα νοικοκυριά και εργαζόμενους που πλήττονται περισσότερο από την άνοδο των τιμών.

Ένα μέτρο με ορίζοντα τετραετίας

Αξίζει να σημειωθεί ότι η σχετική διάταξη δεν είναι προσωρινή. Ψηφίστηκε στα τέλη του 2024 και θα παραμείνει σε ισχύ έως και το 2028, γεγονός που προσδίδει στο μέτρο χαρακτήρα μόνιμης πίεσης και όχι απλής συγκυριακής παρέμβασης.

Με άλλα λόγια, όποιος επιλέξει να κρατήσει κλειστά ακίνητα για χρόνια, θα γνωρίζει εκ των προτέρων ότι το φορολογικό κόστος θα τον συνοδεύει σε βάθος χρόνου.

Αλλάζει κάτι στην αγορά;

Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν ο διπλός ΕΝΦΙΑ θα καταφέρει να φέρει περισσότερα σπίτια στην αγορά. Το οικονομικό επιτελείο εκτιμά ότι η απάντηση είναι θετική, καθώς το κόστος της αδράνειας πλέον υπερβαίνει το όφελος της αναμονής.

Αν οι τράπεζες και οι servicers αρχίσουν να διαθέτουν τα ακίνητά τους –είτε προς πώληση είτε προς ενοικίαση– η προσφορά κατοικιών θα αυξηθεί, ασκώντας έμμεση πίεση και στις τιμές. Σε μια αγορά που εδώ και χρόνια λειτουργεί με περιορισμένο απόθεμα, ακόμη και μερικές χιλιάδες επιπλέον σπίτια μπορούν να κάνουν αισθητή διαφορά.

Το μήνυμα της πολιτείας

Πέρα από τα δημοσιονομικά οφέλη, το μέτρο στέλνει ένα σαφές πολιτικό και κοινωνικό μήνυμα: η κατοικία αντιμετωπίζεται ως κοινωνικό αγαθό και όχι απλώς ως στοιχείο ισολογισμού. Η εποχή που χιλιάδες σπίτια έμεναν κλειστά χωρίς συνέπειες φαίνεται να φτάνει στο τέλος της.

Το αν ο διπλός ΕΝΦΙΑ θα αποτελέσει τελικά καταλύτη για μια ουσιαστική αλλαγή στη στεγαστική αγορά, θα φανεί τους επόμενους μήνες. Το μόνο βέβαιο είναι ότι για πρώτη φορά οι μεγάλοι κάτοχοι ακινήτων βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα μέτρο που τους αναγκάζει να πάρουν αποφάσεις – και μάλιστα γρήγορα.