Ένα νέο κύμα αντιδράσεων προκαλεί το ασφαλιστικό πλαίσιο που ισχύει για όσους αποχωρούν με σύνταξη στα 62 έτη και 40 χρόνια ασφάλισης, καθώς χιλιάδες χαμηλοσυνταξιούχοι διαπιστώνουν ότι, παρά τις δεκαετίες εργασίας και εισφορών, αποκλείονται από την οικονομική ενίσχυση των 300 ευρώ που σχεδιάζεται να δοθεί τον Νοέμβριο του 2026.
Η βασική αιτία είναι το ηλικιακό κριτήριο των 65 ετών, το οποίο αφήνει εκτός εργαζόμενους που βγήκαν νωρίτερα στη σύνταξη επειδή συμπλήρωσαν 40 χρόνια εργασίας ή ανήκαν σε βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα. Το αποτέλεσμα είναι ότι άνθρωποι με πολύ χαμηλά εισοδήματα, που εργάστηκαν για περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες, δεν θεωρούνται δικαιούχοι της ενίσχυσης.
Η σύνταξη στα 62 παραμένει δύσκολη υπόθεση
Παρότι θεωρητικά η έξοδος στη σύνταξη στα 62 εξακολουθεί να προβλέπεται από το ασφαλιστικό σύστημα, στην πράξη αποτελεί έναν στόχο εξαιρετικά δύσκολο για μεγάλο μέρος των εργαζομένων.
Στον ιδιωτικό τομέα, οι περίοδοι ανεργίας και οι διακοπές ασφάλισης καθιστούν δύσκολη τη συγκέντρωση των απαιτούμενων 40 ετών. Χιλιάδες εργαζόμενοι αδυνατούν να συμπληρώσουν τον αναγκαίο αριθμό ενσήμων, ακόμη και αν βρίσκονται κοντά στη συνταξιοδότηση.
Αντίστοιχα, για ελεύθερους επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενους, το κόστος των ασφαλιστικών εισφορών μετατρέπεται σε σημαντικό οικονομικό βάρος, ειδικά σε περιόδους μειωμένου εισοδήματος ή οικονομικής αστάθειας.
Πολλοί ασφαλισμένοι αναγκάζονται να προχωρήσουν σε εξαγορά πλασματικών ετών, χρησιμοποιώντας χρόνο από στρατιωτική θητεία, σπουδές ή τέκνα, προκειμένου να “κλειδώσουν” τη συνταξιοδότηση στα 62. Ωστόσο, το κόστος αυτής της διαδικασίας συχνά φτάνει σε χιλιάδες ευρώ.
Ποιοι μένουν εκτός από το επίδομα των 300 ευρώ
Το νέο επίδομα των 300 ευρώ, που προγραμματίζεται για το τέλος του 2026, επαναφέρει τη συζήτηση γύρω από τα ηλικιακά κριτήρια που εφαρμόζονται στις κοινωνικές ενισχύσεις.
Σύμφωνα με τις έως τώρα πληροφορίες, η παροχή θα αφορά κυρίως συνταξιούχους άνω των 65 ετών με χαμηλά εισοδήματα. Αυτό σημαίνει ότι όσοι συνταξιοδοτήθηκαν νωρίτερα, ακόμη και μετά από 40 ή και περισσότερα χρόνια εργασίας, δεν θα ενταχθούν στους δικαιούχους.
Οι αντιδράσεις είναι ιδιαίτερα έντονες από εργαζόμενους σε βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα. Νοσηλευτές, οικοδόμοι, εργαζόμενοι σε μεταλλεία και τεχνικά επαγγέλματα υποστηρίζουν ότι το σύστημα αγνοεί τις πραγματικές συνθήκες εργασίας και το γεγονός ότι πολλοί αναγκάστηκαν να φύγουν νωρίτερα λόγω σωματικής φθοράς.
Σε αρκετές περιπτώσεις, συνταξιούχοι που λαμβάνουν μόλις 500 έως 700 ευρώ τον μήνα αποκλείονται αποκλειστικά και μόνο επειδή δεν έχουν συμπληρώσει το ηλικιακό όριο.
Πάνω από 300.000 συνταξιούχοι εκτός ενίσχυσης
Εκτιμάται ότι περισσότεροι από 300.000 συνταξιούχοι θα μείνουν εκτός της οικονομικής ενίσχυσης και το 2026, καθώς το μοντέλο που εφαρμόστηκε πέρυσι με το επίδομα των 250 ευρώ φαίνεται πως διατηρείται.
Οι συνταξιουχικές οργανώσεις κάνουν λόγο για ένα σύστημα “δύο ταχυτήτων”, όπου δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε ο χρόνος εργασίας ούτε το πραγματικό ύψος της σύνταξης, αλλά μόνο η ηλικία του δικαιούχου.
Όπως υποστηρίζουν εκπρόσωποι των συνταξιούχων, η λογική αυτή δημιουργεί σοβαρές ανισότητες, ειδικά για όσους εργάστηκαν από πολύ νεαρή ηλικία και συμπλήρωσαν γρήγορα τα απαιτούμενα χρόνια ασφάλισης.
Οι παλιές εκκρεμότητες που συνεχίζουν να προκαλούν αντιδράσεις
Την ίδια στιγμή, το ασφαλιστικό παραμένει στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης εξαιτίας μιας σειράς προβλημάτων που παραμένουν ανοιχτά εδώ και χρόνια.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται:
- Οι πολύ χαμηλές συντάξεις αγροτών του πρώην ΟΓΑ για τα έτη 2018 έως 2020
- Οι περικοπές που εφαρμόστηκαν στις συντάξεις χηρείας
- Η καθυστέρηση στην εφαρμογή δικαστικών αποφάσεων για αναδρομικά
- Το παρατεταμένο “πάγωμα” στις επικουρικές συντάξεις
- Οι αυξήσεις στις κύριες συντάξεις που δεν καλύπτουν την ακρίβεια και τον πληθωρισμό
Συνταξιουχικές ενώσεις επισημαίνουν ότι μετά την κατάργηση του ΕΚΑΣ δεν υπάρχει πλέον ένας σταθερός μηχανισμός προστασίας για τους πιο αδύναμους συνταξιούχους.
Η ακρίβεια πιέζει τους χαμηλοσυνταξιούχους
Το αυξημένο κόστος ζωής αποτελεί έναν ακόμη παράγοντα πίεσης για χιλιάδες νοικοκυριά συνταξιούχων. Η άνοδος στις τιμές τροφίμων, ενέργειας, ενοικίων και φαρμάκων έχει περιορίσει σημαντικά την αγοραστική δύναμη των χαμηλών συντάξεων.
Όπως τονίζουν εκπρόσωποι συνταξιούχων, ακόμη και οι ετήσιες αυξήσεις που δίνονται στις κύριες συντάξεις δεν επαρκούν για να καλύψουν τις ανατιμήσεις στην καθημερινότητα.
Το αποτέλεσμα είναι ότι πολλοί συνταξιούχοι που εργάστηκαν επί δεκαετίες βρίσκονται σήμερα αντιμέτωποι με σοβαρές οικονομικές δυσκολίες, ενώ παράλληλα βλέπουν να αποκλείονται και από έκτακτες ενισχύσεις λόγω ηλικιακών περιορισμών.



