Μια σημαντική αλλαγή φιλοσοφίας εφαρμόζει πλέον η φορολογική διοίκηση, δίνοντας τη δυνατότητα επιστροφής στην επιχειρηματική δραστηριότητα σε φυσικά και νομικά πρόσωπα που στο παρελθόν αποκλείστηκαν λόγω σοβαρών φορολογικών παραβάσεων. Η επιστροφή, ωστόσο, δεν είναι άνευ όρων. Αντίθετα, βασίζεται σε ένα αυστηρό πλαίσιο ελέγχου, αξιολόγησης κινδύνου και οικονομικών εγγυήσεων, με στόχο την προστασία των δημοσίων εσόδων και την αποτροπή νέων παραβατικών συμπεριφορών.
Η απώλεια ή η αναστολή ΑΦΜ υπήρξε για χρόνια ουσιαστικά «επαγγελματική θανατική ποινή» για πολλούς φορολογουμένους. Πλέον, το κράτος επιλέγει μια πιο σύνθετη προσέγγιση: δεν αποκλείει οριστικά, αλλά επιτρέπει την επανεκκίνηση υπό αυστηρή επιτήρηση. Η βασική λογική είναι απλή αλλά αμείλικτη: όποιος θέλει δεύτερη ευκαιρία, πρέπει πρώτα να αποδείξει ότι δεν αποτελεί υψηλό ρίσκο για το Δημόσιο.
Στην καρδιά του νέου μηχανισμού βρίσκεται η χρηματική εγγύηση. Πρόκειται για ένα ποσό που λειτουργεί ως δικλίδα ασφαλείας και ως εργαλείο πρόληψης. Το ύψος της εγγύησης δεν είναι ενιαίο, αλλά διαμορφώνεται ανάλογα με το φορολογικό ιστορικό, το είδος της παράβασης και τη συνολική εικόνα του αιτούντος. Στις περισσότερες περιπτώσεις κυμαίνεται από 3.000 έως 500.000 ευρώ, ενώ για ιδιαίτερα βαριές υποθέσεις –όπως εκείνες που σχετίζονται με λαθρεμπορία– μπορεί να φτάσει κατ’ εξαίρεση έως και το 1 εκατομμύριο ευρώ.
Η εγγύηση αυτή δεν καταβάλλεται εφάπαξ για τυπικούς λόγους ούτε «χάνεται» αυτόματα. Δεσμεύεται για χρονικό διάστημα που μπορεί να κυμανθεί από δύο έως έξι χρόνια. Αν κατά το διάστημα αυτό ο φορολογούμενος αποδειχθεί συνεπής, τηρεί τις φορολογικές του υποχρεώσεις και δεν επαναλάβει παραβατικές πρακτικές, το ποσό επιστρέφεται. Αντίθετα, σε περίπτωση νέων παραβάσεων, η εγγύηση μπορεί να καταπέσει υπέρ του Δημοσίου.
Η νέα αυτή δυνατότητα αφορά κυρίως όσους, μετά από αναστολή ή απενεργοποίηση του ΑΦΜ τους, επιδιώκουν να επανεκκινήσουν επιχειρηματική δραστηριότητα. Η φορολογική διοίκηση δεν αντιμετωπίζει πλέον όλους τους «αποκλεισμένους» με τον ίδιο τρόπο, αλλά προχωρά σε εξατομικευμένη αξιολόγηση του φορολογικού προφίλ και του βαθμού επικινδυνότητας για τα δημόσια έσοδα. Με άλλα λόγια, το παρελθόν δεν διαγράφεται, αλλά δεν αποτελεί και αυτόματο λόγο μόνιμου αποκλεισμού.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το πλαίσιο που αφορά φυσικά πρόσωπα τα οποία στο παρελθόν πτώχευσαν ή κρίθηκαν αφερέγγυα. Εφόσον, κατά τον χρόνο υποβολής της νέας δήλωσης έναρξης, εξακολουθούν να έχουν βασικές ληξιπρόθεσμες οφειλές τουλάχιστον 100.000 ευρώ –από φόρο εισοδήματος, ΦΠΑ, παρακρατούμενους φόρους ή πρόστιμα– μπορούν να αιτηθούν επανέναρξη, μόνο όμως με την κατάθεση της προβλεπόμενης εγγύησης. Για τα νομικά πρόσωπα και τις επιχειρηματικές οντότητες, το αντίστοιχο κατώφλι ανεβαίνει στις 300.000 ευρώ.
Το μέτρο δεν περιορίζεται μόνο σε όσους είχαν άμεση φορολογική ευθύνη. Δεύτερη ευκαιρία παρέχεται και σε πρόσωπα που στο παρελθόν κατείχαν διοικητικούς ή ουσιαστικούς μετοχικούς ρόλους σε επιχειρήσεις των οποίων ο ΑΦΜ είχε ανασταλεί ή απενεργοποιηθεί. Διευθυντές, διαχειριστές, μέλη διοικητικών συμβουλίων, αλλά και μέτοχοι ή εταίροι με συμμετοχή τουλάχιστον 33%, μπορούν να επιστρέψουν στην επιχειρηματική δράση, αρκεί να αποδεχθούν τους όρους και να καταθέσουν την απαιτούμενη εγγύηση.
Στην πράξη, η φορολογική διοίκηση στέλνει ένα διπλό μήνυμα. Από τη μία, αναγνωρίζει ότι ο οριστικός αποκλεισμός δεν είναι πάντα η πιο αποτελεσματική λύση και ότι η οικονομία μπορεί να ωφεληθεί από την επανένταξη επιχειρηματιών, ακόμη και με «βαρύ» παρελθόν. Από την άλλη, ξεκαθαρίζει ότι η ανοχή έχει όρια και ότι η επιστροφή στην αγορά προϋποθέτει πραγματικές δεσμεύσεις, οικονομικό κόστος και συνεχή συμμόρφωση.
Για όσους σκέφτονται να αξιοποιήσουν αυτή τη δεύτερη ευκαιρία, το μήνυμα είναι σαφές: η πόρτα άνοιξε, αλλά ο διάδρομος είναι στενός. Η νέα αρχή δεν βασίζεται στην εμπιστοσύνη, αλλά στην εγγύηση, στον έλεγχο και στη συνέπεια. Και αυτή τη φορά, τα περιθώρια για λάθη είναι ελάχιστα.


