Ενοίκια: Πότε μπορεί ο ιδιοκτήτης να αυξήσει το μίσθωμα – Τι προβλέπει ο νόμος και πότε μπορείτε να πείτε «όχι»

Αναλυτικά τι ισχύει για τις αυξήσεις στα ενοίκια, τη ρήτρα αναπροσαρμογής, την υποχρεωτική τριετία και τα δικαιώματα ενοικιαστών και ιδιοκτητών.

Η συνεχιζόμενη άνοδος των ενοικίων, παρά τα σημάδια επιβράδυνσης στην αγορά κατοικίας, επαναφέρει στο προσκήνιο ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που απασχολούν τόσο τους ενοικιαστές όσο και τους ιδιοκτήτες ακινήτων: πότε μπορεί να αυξηθεί νόμιμα το ενοίκιο και σε ποιες περιπτώσεις ο ενοικιαστής έχει το δικαίωμα να αρνηθεί την αύξηση.

Η απάντηση δεν είναι ίδια για όλες τις περιπτώσεις, καθώς εξαρτάται από τους όρους που έχουν συμφωνηθεί στο μισθωτήριο συμβόλαιο, αλλά και από το αν η μίσθωση βρίσκεται ακόμη εντός της υποχρεωτικής τριετούς διάρκειας ή έχει πλέον ολοκληρωθεί.

Πότε μπορεί να γίνει νόμιμα αύξηση του ενοικίου

Σύμφωνα με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, η αναπροσαρμογή του μισθώματος μπορεί να πραγματοποιηθεί στις ακόλουθες περιπτώσεις:

  • όταν στο μισθωτήριο συμβόλαιο υπάρχει ρήτρα αναπροσαρμογής του ενοικίου,
  • όταν ιδιοκτήτης και ενοικιαστής συμφωνήσουν από κοινού σε νέο ύψος μισθώματος κατά τη διάρκεια της μίσθωσης,
  • μετά τη συμπλήρωση της υποχρεωτικής τριετίας, εφόσον τα δύο μέρη συμφωνήσουν σε νέο ποσό ενοικίου.

Πότε δεν επιτρέπεται μονομερής αύξηση

Κατά τη διάρκεια της υποχρεωτικής τριετίας της μίσθωσης, ο ιδιοκτήτης δεν μπορεί να επιβάλει μονομερώς αύξηση στο ενοίκιο, εκτός εάν υπάρχει σχετική πρόβλεψη στο μισθωτήριο μέσω ρήτρας αναπροσαρμογής ή ο ενοικιαστής αποδεχθεί οικειοθελώς τη νέα οικονομική συμφωνία.

Αυτό σημαίνει ότι ο ενοικιαστής δεν είναι υποχρεωμένος να δεχθεί οποιαδήποτε αύξηση που δεν προβλέπεται από τη σύμβαση ή δεν αποτελεί προϊόν κοινής συμφωνίας.

Οι πιο συνηθισμένες ρήτρες αναπροσαρμογής

Στην πράξη, τα περισσότερα μισθωτήρια περιλαμβάνουν μία από τις ακόλουθες μορφές αναπροσαρμογής:

  • ετήσια αύξηση με σταθερό ποσοστό, συνήθως από 2% έως 3% επί του τελευταίου μισθώματος,
  • αναπροσαρμογή με βάση τον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΔΤΚ) της ΕΛΣΤΑΤ,
  • συνδυασμό σταθερού ποσοστού και μεταβολής του πληθωρισμού.

Τι αλλάζει μετά την ολοκλήρωση της τριετίας

Η νομοθεσία προβλέπει ότι η ελάχιστη διάρκεια μιας μίσθωσης κύριας κατοικίας είναι τρία χρόνια, ακόμη και αν στο συμβόλαιο αναγράφεται μικρότερο χρονικό διάστημα.

Μετά τη λήξη της υποχρεωτικής τριετίας, δεν υπάρχει ανώτατο όριο στην αύξηση του ενοικίου που μπορεί να συμφωνηθεί. Το νέο μίσθωμα καθορίζεται ελεύθερα μέσα από διαπραγμάτευση μεταξύ ιδιοκτήτη και ενοικιαστή.

Σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί συμφωνία για το νέο ύψος του ενοικίου, ο ιδιοκτήτης έχει τη δυνατότητα να ζητήσει την απόδοση του ακινήτου, ακολουθώντας τη νόμιμη διαδικασία.

Η γνώση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων κάθε πλευράς αποτελεί βασικό στοιχείο για την αποφυγή συγκρούσεων και παρεξηγήσεων, ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου οι τιμές των ενοικίων εξακολουθούν να κινούνται σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα σε πολλές περιοχές της χώρας.