Μια βαθιά αναδιάταξη στον τρόπο που φορολογούνται τα φυσικά πρόσωπα εξετάζεται στο οικονομικό επιτελείο, με βασικό σενάριο την καθιέρωση μίας ενιαίας φορολογικής κλίμακας για σχεδόν όλα τα εισοδήματα. Το σχέδιο δεν είναι καινούργιο — έχει περιγραφεί στην Έκθεση της Επιτροπή Πισσαρίδη — όμως πλέον επανέρχεται δυναμικά στο πλαίσιο του μεσοπρόθεσμου σχεδιασμού.
Η κεντρική ιδέα είναι απλή στη σύλληψη αλλά σύνθετη στην εφαρμογή: κατάργηση της αυτοτελούς φορολόγησης για συγκεκριμένες κατηγορίες εισοδήματος και φορολόγησή τους μαζί με μισθούς και συντάξεις, με αθροιστικό τρόπο.
Το σημερινό τοπίο: Ποιος φορολογείται και πώς
Σήμερα το φορολογικό σύστημα λειτουργεί με δύο ταχύτητες. Από τη μία πλευρά, μισθοί, συντάξεις και εισοδήματα από ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα εντάσσονται σε κοινή, προοδευτική κλίμακα. Από την άλλη, τα εισοδήματα από ενοίκια και αγροτική δραστηριότητα φορολογούνται αυτοτελώς, με ξεχωριστούς συντελεστές.
Για τα ενοίκια, η ισχύουσα κλίμακα προβλέπει:
-
15% για τα πρώτα 12.000 ευρώ
-
25% για το επόμενο τμήμα
-
35% και 45% για τα υψηλότερα επίπεδα εισοδήματος
Αντίθετα, η φορολόγηση μισθωτών και συνταξιούχων ξεκινά από 9% και φτάνει έως 44%, με ενσωματωμένες εκπτώσεις φόρου — ιδιαίτερα για οικογένειες με παιδιά και νέους εργαζόμενους.
Το αποτέλεσμα; Δύο φορολογικές «λογικές» που συνυπάρχουν, δημιουργώντας πολυπλοκότητα αλλά και διαφοροποιήσεις στην τελική επιβάρυνση.
Τι αλλάζει με την ενοποίηση
Το υπό εξέταση σενάριο προβλέπει ότι τα έσοδα από ακίνητα και αγροτικές εκμεταλλεύσεις θα ενσωματωθούν στην ίδια φορολογική κλίμακα με τα υπόλοιπα εισοδήματα. Αυτό σημαίνει ότι όλα τα ποσά θα αθροίζονται και θα φορολογούνται ενιαία.
Για παράδειγμα, κάποιος με 18.000 ευρώ μισθό και 10.000 ευρώ από ενοίκια δεν θα φορολογείται πλέον με δύο διαφορετικά καθεστώτα. Το σύνολο των 28.000 ευρώ θα υπάγεται στην ίδια κλίμακα.
Η κίνηση αυτή αναμένεται να επηρεάσει κυρίως φορολογούμενους με πολλαπλές πηγές εισοδήματος, καθώς η αθροιστική φορολόγηση μπορεί να τους μετακινήσει σε υψηλότερο κλιμάκιο.
Ποιοι μένουν εκτός
Δεν προβλέπεται, τουλάχιστον σε αυτή τη φάση, αλλαγή στη φορολογική μεταχείριση εισοδημάτων από κινητές αξίες. Μερίσματα, τόκοι και άλλες αποδόσεις κεφαλαίου θα συνεχίσουν να φορολογούνται αυτοτελώς, με χαμηλούς συντελεστές που κυμαίνονται μεταξύ 5%, 10% και 15%.
Η διατήρηση αυτού του καθεστώτος συνδέεται με την ανάγκη διατήρησης της ανταγωνιστικότητας και της ελκυστικότητας επενδύσεων, καθώς και με τη διεθνή πρακτική.
Ο φόβος της επιβάρυνσης — και το «αντίβαρο»
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η ενοποίηση θα οδηγήσει σε αυξήσεις φόρων. Θεωρητικά, η απάντηση είναι «ναι» για ορισμένες περιπτώσεις — ειδικά για όσους συνδυάζουν σημαντικά εισοδήματα από εργασία και ακίνητα.
Για να αποφευχθούν τέτοιες επιβαρύνσεις, ο σχεδιασμός περιλαμβάνει παράλληλες μειώσεις συντελεστών, κυρίως στα μεσαία κλιμάκια. Η λογική είναι δημοσιονομικά ουδέτερη: η ενοποίηση δεν πρέπει να αυξήσει τα συνολικά φορολογικά βάρη, αλλά να τα ανακατανείμει δικαιότερα και απλούστερα.
Ένα ενδεικτικό παράδειγμα που εξετάζεται είναι η μείωση συντελεστή σε συγκεκριμένο κλιμάκιο — π.χ. από 20% στο 17% για εισοδήματα μεταξύ 10.000 και 20.000 ευρώ. Μια τέτοια παρέμβαση θα μπορούσε να αντισταθμίσει την πρόσθετη επιβάρυνση που θα προέκυπτε από την ένταξη των ενοικίων στη συνολική φορολογική βάση.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, θα μπορούσε να προκύψει και καθαρό όφελος.
Η ευρύτερη στρατηγική
Η μεταρρύθμιση δεν εξετάζεται αποκομμένα. Εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική απλοποίησης του φορολογικού συστήματος, με στόχο ένα πιο σταθερό και προβλέψιμο πλαίσιο — ιδιαίτερα για τη μεσαία τάξη.
Ήδη, με τον Ν. 5246/2025, έχουν γίνει παρεμβάσεις σε αρκετά κλιμάκια της φορολογίας εισοδήματος, με μειώσεις συντελεστών και πρόσθετες ελαφρύνσεις για νέους και οικογένειες με παιδιά. Το νέο βήμα, εφόσον υλοποιηθεί, θα αποτελέσει δομική τομή και όχι απλώς παραμετρική προσαρμογή.
Η υιοθέτηση μίας ενιαίας κλίμακας επιχειρεί να αντιμετωπίσει χρόνιες στρεβλώσεις: διαφορετική φορολογική μεταχείριση για παρόμοια οικονομική δυνατότητα, διοικητική πολυπλοκότητα και περιορισμένη διαφάνεια στην πραγματική φορολογική επιβάρυνση.
Ποιο είναι το πολιτικό timing
Η συζήτηση για την ενοποίηση της φορολογικής κλίμακας αναμένεται να συνδεθεί με τον σχεδιασμό της επόμενης κυβερνητικής περιόδου. Πρόκειται για μεταρρύθμιση με έντονο πολιτικό αποτύπωμα, καθώς επηρεάζει ευρύ φάσμα φορολογουμένων: ιδιοκτήτες ακινήτων, αγρότες, μισθωτούς και ελεύθερους επαγγελματίες.
Το τελικό αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί από τη δημοσιονομική αντοχή και τον διαθέσιμο «χώρο» για μειώσεις συντελεστών. Αν υπάρξει επαρκές περιθώριο, το νέο μοντέλο μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο ελάφρυνσης. Αν όχι, ο κίνδυνος στοχευμένων επιβαρύνσεων παραμένει υπαρκτός.
Το μεγάλο ερώτημα
Η ενιαία φορολογική κλίμακα παρουσιάζεται ως βήμα εξορθολογισμού. Ωστόσο, η επιτυχία της θα κριθεί στη λεπτομέρεια: στα ποσοστά, στα όρια των κλιμακίων και στις συνοδευτικές εκπτώσεις.
Για τους φορολογούμενους με ένα μόνο εισόδημα, οι αλλαγές μπορεί να είναι οριακές. Για όσους όμως διαθέτουν πολλαπλές πηγές, η διαφορά μπορεί να είναι ουσιαστική.
Το μόνο βέβαιο είναι ότι, εφόσον προχωρήσει, δεν θα πρόκειται για μια απλή τεχνική παρέμβαση, αλλά για ανασχεδιασμό της φορολόγησης φυσικών προσώπων σε βάθος. Και αυτό από μόνο του καθιστά την επικείμενη απόφαση μία από τις πιο καθοριστικές φορολογικές κινήσεις των επόμενων ετών.



