Ένα νέο πεδίο οικονομικών παρεμβάσεων φαίνεται να ανοίγει στον ορίζοντα της επόμενης τετραετίας, καθώς τα δημόσια οικονομικά παρουσιάζουν επιδόσεις που ξεπερνούν τις αρχικές προβλέψεις. Στο οικονομικό επιτελείο έχει ήδη ξεκινήσει, σε τεχνικό επίπεδο, η προετοιμασία ενός πλαισίου μέτρων που θα μπορούσαν να ενταχθούν στο προεκλογικό πρόγραμμα της κυβέρνησης, με χρονικό ορίζοντα εφαρμογής το 2027. Το κρίσιμο στοιχείο; Ο δημοσιονομικός χώρος που φαίνεται να διαμορφώνεται και ο οποίος, σύμφωνα με εκτιμήσεις αναλυτών, ενδέχεται να ξεπεράσει κατά πολύ το ψυχολογικό όριο του 1 δισ. ευρώ.
Η επεξεργασία των παρεμβάσεων γίνεται σε ένα περιβάλλον αυξημένων περιορισμών, καθώς από το 2024 εφαρμόζονται οι νέοι δημοσιονομικοί κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι κανόνες αυτοί αφήνουν μικρό περιθώριο για οριζόντιες παροχές και επιβάλλουν αυστηρή πειθαρχία στις μόνιμες δαπάνες. Παρ’ όλα αυτά, η εικόνα των τελευταίων δύο ετών δημιουργεί συνθήκες σχετικής ευελιξίας, τουλάχιστον για στοχευμένες παρεμβάσεις με ελεγχόμενο κόστος και μόνιμο χαρακτήρα.
Σύμφωνα με στελέχη που παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις, το οικονομικό επιτελείο εξετάζει ήδη σενάρια που αφορούν την ελάφρυνση των φορολογικών βαρών φυσικών προσώπων και επαγγελματιών. Ένα από τα μέτρα που έχουν πέσει στο τραπέζι είναι η μείωση της παρακράτησης φόρου για τα εισοδήματα φυσικών προσώπων. Πρόκειται για μια παρέμβαση που θεωρείται δημοσιονομικά διαχειρίσιμη, καθώς το ετήσιο κόστος της εκτιμάται κοντά στα 650 εκατ. ευρώ, χωρίς να εκτροχιάζει τους στόχους.
Παράλληλα, επανέρχεται στο προσκήνιο το ζήτημα του ελάχιστου τεκμαρτού εισοδήματος για τους ελεύθερους επαγγελματίες. Το συγκεκριμένο καθεστώς αφορά περισσότερους από 450.000 φορολογουμένους και έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από την αγορά. Οι αλλαγές που εξετάζονται θα μπορούσαν να μειώσουν τις επιβαρύνσεις, ωστόσο δεν θεωρούνται απλές. Ο λόγος είναι ότι το τεκμαρτό εισόδημα έχει παρουσιαστεί στους ευρωπαϊκούς θεσμούς ως βασικό και μόνιμο εργαλείο για τον περιορισμό της φοροδιαφυγής. Επομένως, οποιαδήποτε αναπροσαρμογή του συνδέεται άμεσα με το κατά πόσο ο ελεγκτικός μηχανισμός μπορεί να αποδείξει ότι λειτουργεί αποτελεσματικά.
Ένα ακόμη «αγκάθι» που εξετάζεται αφορά τη φορολόγηση των προσωπικών εταιρειών. Ο ισχύων συντελεστής 22% έχει καταστήσει αυτές τις εταιρικές μορφές λιγότερο ελκυστικές σε σύγκριση με τις ατομικές επιχειρήσεις, με αποτέλεσμα να αποθαρρύνονται οι συνεργασίες και οι συνέργειες μεταξύ επαγγελματιών. Παρότι το υπουργείο Οικονομικών αποφεύγει δημόσιες τοποθετήσεις, στο παρασκήνιο τρέχουν τεχνικές μελέτες που αξιολογούν εναλλακτικές προσεγγίσεις και το δημοσιονομικό αποτύπωμα κάθε επιλογής.
Το «κλειδί» για όλες τις τελικές αποφάσεις παραμένει η πορεία των δημόσιων οικονομικών τα επόμενα δύο χρόνια. Οι τρέχουσες εκτιμήσεις συγκλίνουν στο ότι και το 2025 ο προϋπολογισμός της γενικής κυβέρνησης θα κλείσει με πρωτογενές πλεόνασμα υψηλότερο του στόχου. Δεν αποκλείεται, μάλιστα, το πλεόνασμα να υπερβεί αισθητά το 4% του ΑΕΠ, όταν ο επίσημος στόχος κινείται στο 3,7%. Υπενθυμίζεται ότι το 2024 το πρωτογενές αποτέλεσμα είχε φτάσει στο εντυπωσιακό 4,7% του ΑΕΠ.
Ωστόσο, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο το ύψος του πλεονάσματος, αλλά η ποιότητά του. Δηλαδή, αν η υπεραπόδοση των φορολογικών εσόδων μπορεί να θεωρηθεί διατηρήσιμη και μόνιμη. Μόνο σε αυτή την περίπτωση μπορεί να μεταφραστεί σε σταθερό δημοσιονομικό χώρο, ικανό να στηρίξει νέες παροχές από το 2027 και μετά, χωρίς τον κίνδυνο ανατροπής των συμφωνημένων στόχων.
Το πακέτο μέτρων που θα ανακοινωθεί στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης το 2026 –και θα αφορά την οικονομική πολιτική του 2027– αναμένεται να κριθεί σε μεγάλο βαθμό το επόμενο τρίμηνο. Στα τέλη Μαρτίου καταφθάνει στην Αθήνα αντιπροσωπεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, με την οποία θα γίνουν διαπραγματεύσεις τόσο για τη δημοσιονομική πορεία όσο και για την πρόοδο στη μάχη κατά της φοροδιαφυγής.
Η μείωση της φοροδιαφυγής θεωρείται το «ιερό δισκοπότηρο» για τη δημιουργία μόνιμων εσόδων. Αν οι ευρωπαϊκοί θεσμοί πειστούν ότι τα έσοδα αυτά δεν είναι συγκυριακά, τότε ανοίγει ο δρόμος για παρεμβάσεις με σταθερό χαρακτήρα. Σε διαφορετική περίπτωση, ο δημοσιονομικός χώρος θα παραμείνει περιορισμένος και οι όποιες εξαγγελίες θα χρειαστεί να κινηθούν με ιδιαίτερη προσοχή.



