Ένα νέο κεφάλαιο ανοίγει στη φορολογία ακινήτων, καθώς η κυβέρνηση προχωρά στη δημιουργία ενός ενιαίου τέλους που ήδη έχει αρχίσει να χαρακτηρίζεται ως «δημοτικός ΕΝΦΙΑ». Πρόκειται για το Τέλος Τοπικής Ανάπτυξης (ΤΤΑ), έναν νέο φόρο που γεννιέται μέσα από την ενοποίηση δύο παλαιότερων χρεώσεων: του Τέλους Ακίνητης Περιουσίας (ΤΑΠ) και του Δημοτικού Φόρου Ηλεκτροδοτούμενων Χώρων (ΦΗΧ). Το σχέδιο περιλαμβάνεται στο νέο «Κώδικα Αυτοδιοίκησης», που το Υπουργείο Εσωτερικών έχει ήδη αποστείλει στην ΚΕΔΕ, προκαλώντας έντονο διάλογο και ανησυχία στους ιδιοκτήτες.
Με το νέο σχήμα, δύο φόροι που μέχρι χθες κατέληγαν σε διαφορετικούς υπόχρεους — ο ΤΑΠ στον ιδιοκτήτη και ο ΦΗΧ στον χρήστη του ακινήτου — συγχωνεύονται σε ένα ενιαίο τέλος, το οποίο θα βαρύνει αποκλειστικά και μόνο τον ιδιοκτήτη. Σύμφωνα με την ΠΟΜΙΔΑ, η νέα αυτή επιβάρυνση αναμένεται να είναι σημαντικά υψηλότερη από το άθροισμα των δύο προηγούμενων χρεώσεων, οδηγώντας ουσιαστικά σε έναν «μικρό ΕΝΦΙΑ» που θα πληρώνεται απευθείας στους Δήμους.
Το ΤΤΑ θα υπολογίζεται με συντελεστή 0,80‰ έως 1‰ επί της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου, όπως αυτή προκύπτει από την τιμή ζώνης και τον συντελεστή παλαιότητας. Το ύψος του συντελεστή θα καθορίζεται πλέον από κάθε Δήμο ξεχωριστά, ανοίγοντας τον δρόμο για σημαντικές αποκλίσεις από περιοχή σε περιοχή. Η ουσία όμως είναι μία: ο νέος φόρος είναι μεσοσταθμικά έως και τρεις φορές μεγαλύτερος από το σημερινό ΤΑΠ, στο οποίο ενσωματώνεται ο ΦΗΧ.
Όπως επισημαίνει η ΠΟΜΙΔΑ, ο ΦΗΧ που εμφανιζόταν στους λογαριασμούς ενέργειας αποτελούσε κατά μέσο όρο λιγότερο από το μισό του ΤΑΠ για το ίδιο ακίνητο. Επομένως, όταν δύο επιβαρύνσεις αυτού του μεγέθους συγχωνεύονται και ο συντελεστής αυξάνεται τόσο δραστικά, το αποτέλεσμα δεν μπορεί παρά να είναι ο διπλασιασμός ή ακόμη και τριπλασιασμός της συνολικής χρέωσης, η οποία πλέον φορτώνεται αποκλειστικά στον ιδιοκτήτη. Για την ΠΟΜΙΔΑ, αυτό δεν είναι απλώς μια τεχνική μεταρρύθμιση· είναι μια σαφής προσπάθεια ενίσχυσης των εσόδων των ΟΤΑ μέσω των ιδιωτικών ακινήτων.
Το σχέδιο νόμου δεν περιορίζεται όμως μόνο στη σύσταση του ΤΤΑ. Περιέχει και άλλες ρυθμίσεις που αλλάζουν το τοπίο για τους ιδιοκτήτες ακινήτων. Μεταξύ αυτών, προβλέπεται ότι τα δημοτικά τέλη καθαριότητας και φωτισμού (ΤΚΦ) για τα κενά και μη ηλεκτροδοτούμενα ακίνητα θα μειώνονται μόλις στο 10%. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι καταργείται η πλήρης απαλλαγή που ίσχυε μέχρι σήμερα, ενώ οι ιδιοκτήτες δεν θα χρειάζεται πλέον να τα δηλώνουν στους Δήμους για να εξασφαλίσουν την εξαίρεση.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί επίσης η πρόβλεψη περί «απαράγραπτου» μιας σειράς οφειλών προς τους Δήμους, κάτι που δίνει τη δυνατότητα να διεκδικούνται χρέη ακόμη και μετά από δέκα χρόνια από τη στιγμή που δημιουργήθηκαν. Για πολλούς, πρόκειται για μια διάταξη που μπορεί να οδηγήσει σε αναδρομικές επιβαρύνσεις-«φάντασμα», τις οποίες ο ιδιοκτήτης μπορεί να μη θυμάται καν ότι οφείλει.
Στο σχέδιο περιλαμβάνεται και ένα ακόμη κρίσιμο σημείο: η αναγκαστική 24ετής διάρκεια (12+12) των μισθώσεων ιδιωτικών ακινήτων προς Δήμους, με δυνατότητα επιπλέον παράτασης έως και για διπλάσιο χρονικό διάστημα. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι ένα ακίνητο που εκμισθώνεται σε δημοτική αρχή μπορεί να «δεσμευτεί» μέχρι και για 36 ή 48 χρόνια. Παράλληλα, επιβάλλεται και υποχρεωτική τριετής παράταση όλων των υφιστάμενων μισθώσεων χωρίς καμία αύξηση ενοικίου, κάτι που πλήττει άμεσα την απόδοση και την εμπορική αξία των ακινήτων.
Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, το νομοσχέδιο προβλέπει και επιτάχυνση των διαδικασιών απαλλοτριώσεων, καθώς και σειρά επεμβάσεων στην ιδιωτική ακίνητη περιουσία μέσω συνοπτικών διαδικασιών. Οι προθεσμίες για προσφυγές μειώνονται δραστικά, κάτι που — σύμφωνα με την ΠΟΜΙΔΑ — μπορεί να οδηγήσει σε καταστρατήγηση βασικών ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων, αφού ο ιδιοκτήτης θα έχει πλέον πολύ λιγότερο χρόνο να αντιδράσει.
Συνολικά, το ΤΤΑ και οι συνοδευτικές διατάξεις δημιουργούν ένα νέο τοπίο, στο οποίο οι Δήμοι αποκτούν σημαντικά περισσότερα εργαλεία, αλλά και μεγαλύτερη δύναμη πάνω στην ιδιωτική ακίνητη περιουσία. Από τη μια πλευρά, η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι πρόκειται για μια μεταρρύθμιση που θα εξορθολογήσει τα έσοδα και θα ενισχύσει την τοπική αυτοδιοίκηση. Από την άλλη, οι οργανώσεις των ιδιοκτητών κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου, θεωρώντας ότι ο λογαριασμός θα είναι βαρύς για χιλιάδες πολίτες.
Το μόνο βέβαιο είναι ότι το νέο «τέλος τοπικής ανάπτυξης» θα ανοίξει μια μεγάλη συζήτηση για το πόσο μπορεί η ακίνητη περιουσία να συνεχίσει να αποτελεί μόνιμη πηγή φορολογικών εσόδων — και μέχρι πού φτάνουν τα όρια της αντοχής των ιδιοκτητών.


