Η συζήτηση γύρω από το λαθρεμπόριο συχνά επικεντρώνεται στα ποσοστά και στις απώλειες εσόδων. Ωστόσο, ο πραγματικός πυρήνας της επερχόμενης αλλαγής βρίσκεται αλλού: στην τιμή που θα βλέπει ο καταναλωτής στο περίπτερο. Και αυτή η τιμή αναμένεται να αυξηθεί αισθητά τα επόμενα χρόνια.
Η πρόταση για αναθεώρηση της Οδηγίας Φορολογίας Καπνού από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ριζική αύξηση του ελάχιστου Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (ΕΦΚ) στα τσιγάρα. Το κατώτατο όριο στην Ευρωπαϊκή Ένωση προτείνεται να μετακινηθεί από τα 90 ευρώ στα 215 ευρώ ανά 1.000 τσιγάρα — μια μεταβολή που ισοδυναμεί με άνοδο 139%.
Για την Ελλάδα, όπου ο ΕΦΚ διαμορφώνεται σήμερα στα 137 ευρώ ανά 1.000 τσιγάρα, αυτό σημαίνει αναγκαστική προσαρμογή προς τα πάνω. Προκειμένου να φτάσει το νέο κατώτατο όριο έως το 2028, η χώρα θα πρέπει να αυξάνει τον φόρο κατά περίπου 12% ετησίως.
Τι σημαίνει αυτό για την τελική τιμή
Στην Ελλάδα, πάνω από το 80% της τελικής τιμής ενός πακέτου τσιγάρων αποτελείται από φόρους (ΕΦΚ και ΦΠΑ). Αυτό σημαίνει ότι κάθε μεταβολή στον ειδικό φόρο μεταφράζεται σχεδόν αυτομάτως σε αύξηση της λιανικής τιμής.
Με απλά λόγια: όταν αυξάνεται ο ΕΦΚ, αυξάνεται το πακέτο.
Αν ο φόρος κινηθεί με ρυθμό 12% ετησίως, τότε σε ορίζοντα τετραετίας η συνολική επιβάρυνση θα είναι ιδιαίτερα αισθητή. Ακόμη και αν οι καπνοβιομηχανίες απορροφήσουν μικρό μέρος της αύξησης, το μεγαλύτερο βάρος θα περάσει στον τελικό καταναλωτή.
Σε μια αγορά όπου η τιμή πακέτου ήδη κινείται σε υψηλά επίπεδα για τα ελληνικά εισοδήματα, οποιαδήποτε περαιτέρω αύξηση μεταβάλλει δραστικά την «οικονομική προσιτότητα» του προϊόντος.
Το κρίσιμο σημείο: Εισόδημα vs Τιμή
Η έννοια της προσιτότητας δεν αφορά μόνο το απόλυτο κόστος αλλά τη σχέση τιμής προς διαθέσιμο εισόδημα. Αν οι μισθοί αυξάνονται με ρυθμό κάτω του 5% ετησίως, ενώ ο φόρος στα τσιγάρα ανεβαίνει με 12%, δημιουργείται μια ταχεία απόκλιση.
Αυτό σημαίνει ότι:
-
Το προϊόν γίνεται δυσανάλογα ακριβότερο σε σχέση με την αγοραστική δύναμη.
-
Οι καταναλωτές χαμηλότερου εισοδήματος πλήττονται περισσότερο.
-
Η ελαστικότητα ζήτησης αυξάνεται, ειδικά σε περιοχές με εύκολη πρόσβαση σε φθηνότερες εναλλακτικές.
Σε τέτοιες συνθήκες, η αγορά δεν παραμένει ουδέτερη. Προσαρμόζεται.
Η ελληνική ιδιαιτερότητα
Σύμφωνα με στοιχεία της Oxford Economics, η Ελλάδα ήδη εμφανίζει ποσοστό παράνομων τσιγάρων 17,7% — σχεδόν διπλάσιο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Και αυτό συμβαίνει παρότι δεν διαθέτει τον υψηλότερο φορολογικό συντελεστή στην Ε.Ε.
Η γεωγραφική της θέση, κοντά σε πηγές φθηνότερων προϊόντων και σε διαδρομές διακίνησης, ενισχύει τη διαθεσιμότητα παράνομων επιλογών. Όταν η διαφορά τιμής μεταξύ νόμιμου και παράνομου πακέτου διευρύνεται, το κίνητρο μετατόπισης εντείνεται.
Επομένως, η αύξηση της τιμής δεν λειτουργεί σε «κενό». Λειτουργεί μέσα σε ένα ήδη εύθραυστο περιβάλλον.
Πόσο μπορεί να φτάσει το πακέτο;
Αν και η ακριβής τιμή θα εξαρτηθεί από τον ρυθμό εφαρμογής και τη δομή του τελικού φόρου, η κατεύθυνση είναι σαφής: σταδιακή αλλά σταθερή άνοδος.
Σε ορίζοντα τετραετίας:
-
Η φορολογική επιβάρυνση θα αυξηθεί σημαντικά.
-
Η τελική λιανική τιμή θα κινηθεί ανοδικά.
-
Η απόσταση μεταξύ νόμιμης και παράνομης αγοράς πιθανότατα θα μεγαλώσει.
Για τον καθημερινό καπνιστή, η διαφορά μπορεί να μεταφραστεί σε εκατοντάδες ευρώ ετησίως επιπλέον δαπάνης.
Το δίλημμα πολιτικής
Η φορολογία στα καπνικά προϊόντα χρησιμοποιείται παραδοσιακά για δύο σκοπούς: αύξηση δημοσίων εσόδων και περιορισμό κατανάλωσης για λόγους δημόσιας υγείας. Ωστόσο, όταν οι αυξήσεις είναι απότομες και δεν συνοδεύονται από ισχυρούς ελεγκτικούς μηχανισμούς, ενδέχεται να παράγουν παρενέργειες.
Η βασική πρόκληση είναι ισορροπίας:
-
Αν η τιμή αυξηθεί υπερβολικά γρήγορα, ενισχύεται το κίνητρο για παράκαμψη της νόμιμης αγοράς.
-
Αν η προσαρμογή είναι σταδιακή και συνδυαστεί με ενίσχυση ελέγχων, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι πιο ελεγχόμενο.
Στην ελληνική περίπτωση, η εξίσωση είναι πιο σύνθετη λόγω γεωγραφίας και υφιστάμενης διείσδυσης παράνομων προϊόντων.
Συμπέρασμα
Το επόμενο διάστημα δεν θα κριθεί μόνο από το ύψος του φόρου αλλά από το πόσο θα αυξηθεί το τελικό ποσό που πληρώνει ο καταναλωτής. Η αύξηση της τιμής αποτελεί τον καθοριστικό παράγοντα που θα διαμορφώσει τη συμπεριφορά της αγοράς.
Το ερώτημα δεν είναι αν τα τσιγάρα θα γίνουν ακριβότερα. Το ερώτημα είναι πόσο γρήγορα, πόσο έντονα — και ποιες αλυσιδωτές αντιδράσεις θα πυροδοτήσει αυτή η άνοδος στην ελληνική πραγματικότητα.


