Μια σημαντική αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο οι δήμοι μπορούν να στηρίζουν έμπρακτα τις οικογένειες με παιδιά βρίσκεται πλέον προ των πυλών. Αυτό που μέχρι πρόσφατα ακουγόταν ως πρόθεση και συζητιόταν σε επίπεδο εξαγγελιών, μετατρέπεται σε συγκεκριμένο θεσμικό εργαλείο, δίνοντας στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης τη δυνατότητα να χορηγούν επίδομα γέννησης που φτάνει έως και τις 3.000 ευρώ ανά παιδί.
Η κατεύθυνση αυτή είχε προαναγγελθεί δημόσια από τον Υπουργό Εσωτερικών, Θεόδωρος Λιβάνιος, κατά την ομιλία του στο ετήσιο συνέδριο της ΚΕΔΕ που πραγματοποιήθηκε στην Αλεξανδρούπολη τον περασμένο Νοέμβριο. Τότε, είχε γίνει σαφές ότι το υπουργείο προχωρά σε ρυθμίσεις που θα επιτρέπουν στους δήμους να αναπτύσσουν δικές τους πολιτικές στήριξης της οικογένειας και της γεννητικότητας, επιβεβαιώνοντας πληροφορίες που ήδη κυκλοφορούσαν στον αυτοδιοικητικό χώρο.
Η εξαγγελία αυτή αποκτά πλέον σαφή νομική βάση μέσα από τον νέο Κώδικα για τη λειτουργία της αυτοδιοίκησης. Ειδικότερα, στο άρθρο 171 του τέταρτου βιβλίου, προβλέπεται ρητά ότι οι δήμοι μπορούν, με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, να χορηγούν εφάπαξ χρηματικό βοήθημα σε περιπτώσεις γέννησης παιδιού από μόνιμους κατοίκους και δημότες τους. Το ανώτατο ποσό της ενίσχυσης ορίζεται στα 3.000 ευρώ ανά τέκνο, ενώ οι επιμέρους όροι, όπως τα εισοδηματικά ή κοινωνικά κριτήρια, θα καθορίζονται σε τοπικό επίπεδο.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι το συγκεκριμένο βοήθημα συνοδεύεται από ισχυρές δικλείδες προστασίας για τους δικαιούχους. Σύμφωνα με τις προβλέψεις του αμέσως επόμενου άρθρου, το επίδομα γέννησης χαρακτηρίζεται αφορολόγητο και ακατάσχετο. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπόκειται σε κρατήσεις, δεν συμψηφίζεται με οφειλές προς το Δημόσιο, ασφαλιστικά ταμεία, δήμους, περιφέρειες ή τράπεζες, ενώ παράλληλα δεν προσμετράται στο εισόδημα για τη χορήγηση άλλων κοινωνικών ή προνοιακών παροχών. Με απλά λόγια, τα χρήματα καταλήγουν ακέραια στους γονείς, χωρίς «ψαλίδι» και χωρίς παγίδες.
Αν και η ρύθμιση αυτή τώρα γενικεύεται, αρκετοί δήμοι είχαν ήδη κινηθεί τα προηγούμενα χρόνια προς αυτή την κατεύθυνση. Από το 2020, ο Δήμος Ηρακλείου Αττικής χορηγεί επίδομα 1.000 ευρώ για το πρώτο παιδί, ως μέτρο ενίσχυσης αλλά και ως συμβολικό κίνητρο για τις νέες οικογένειες της περιοχής. Στο ίδιο ύψος κινείται και το βοήθημα που παρέχει ο Δήμος Δοξάτου.
Το τελευταίο διάστημα, μάλιστα, παρατηρείται έντονη κινητικότητα. Οι Δήμοι Αγράφων και Νοτίου Πηλίου έχουν ήδη λάβει αποφάσεις μέσω των Δημοτικών τους Συμβουλίων για επίδομα που φτάνει στο ανώτατο όριο των 3.000 ευρώ. Παράλληλα, συζητήσεις βρίσκονται σε εξέλιξη σε αρκετούς ακόμη δήμους, όπως η Καλλιθέα, η Λυκόβρυση – Πεύκη και ο Δήμος Μινώα Πεδιάδας στην Κρήτη, με στόχο την υιοθέτηση αντίστοιχων μέτρων.
Στη λίστα των δήμων που στηρίζουν έμπρακτα τους νέους γονείς προστίθεται και ο Δήμος Ακτίου – Βόνιτσας, ο οποίος αποφάσισε τη χορήγηση επιδόματος 1.100 ευρώ για κάθε παιδί που γεννιέται. Αντίστοιχα, οικονομική ενίσχυση ύψους 1.000 ευρώ παρέχουν τόσο ο Δήμος Νάουσας όσο και ο Δήμος Σερβίων, επιδιώκοντας να ανακουφίσουν τις οικογένειες από το αυξημένο κόστος των πρώτων μηνών.
Την ίδια στιγμή, αρκετοί δήμοι αναπτύσσουν ένα ευρύτερο πλέγμα κοινωνικών παροχών, που δεν περιορίζεται αποκλειστικά στη γέννηση παιδιών. Ο Δήμος Λυκόβρυσης – Πεύκης, για παράδειγμα, χορηγεί voucher σε όλα τα παιδιά της Α’ Δημοτικού για την αγορά σχολικών ειδών, ενώ ο Δήμος Ασπροπύργου στηρίζει οικονομικά νέους φοιτητές που ξεκινούν τις σπουδές τους.
Σε άλλες περιπτώσεις, όπως στους Δήμους Αλίμου, Καλλιθέας και Παλαιού Φαλήρου, προβλέπεται επίδομα ύψους 2.100 ευρώ για εκατοντάδες πτυχιούχους Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης, ενώ δεν λείπουν και τα προγράμματα οικονομικής ενίσχυσης για ευάλωτους δημότες με χαμηλά εισοδήματα.
Το κοινό συμπέρασμα είναι σαφές: η Τοπική Αυτοδιοίκηση αποκτά πλέον περισσότερα εργαλεία για να παρεμβαίνει ουσιαστικά σε κοινωνικά ζητήματα πρώτης γραμμής. Με το επίδομα γέννησης έως 3.000 ευρώ να θεσμοθετείται, το ενδιαφέρον στρέφεται πλέον στις αποφάσεις των Δημοτικών Συμβουλίων και στο κατά πόσο οι δήμοι θα αξιοποιήσουν αυτή τη δυνατότητα για να στηρίξουν τις οικογένειες και να απαντήσουν, έστω μερικώς, στο οξύ δημογραφικό πρόβλημα της χώρας.


