Δύο κρίσιμες αλλαγές στο Ασφαλιστικό σύστημα, οι οποίες αναμένεται να αναδιαμορφώσουν συνολικά τον χάρτη των συντάξεων, παραμένουν στο συρτάρι μέχρι να ολοκληρωθεί ο εκλογικός κύκλος. Παρότι πρόκειται για παρεμβάσεις με αισθητό δημοσιονομικό αποτέλεσμα και μεγάλο πολιτικό βάρος, η κυβέρνηση επιλέγει να μην τις αγγίξει τώρα, ενώ παράλληλα «χτίζει» έναν οικονομικό χώρο περίπου 900 εκατομμυρίων ευρώ για νέα μέτρα, ελαφρύνσεις και κοινωνικές παροχές που θα ανακοινωθούν σε πιο πρόσφορο χρόνο.
Οι δύο εκκρεμότητες –η αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης και η αναμόρφωση των συντάξεων χηρείας– λειτουργούν σαν δύο «ωρολογιακές βόμβες» κάτω από το τραπέζι της προεκλογικής περιόδου. Καμία κυβέρνηση δεν θα ήθελε να εισέλθει σε εκλογική μάχη έχοντας απέναντί της ασφαλισμένους και συνταξιούχους που πλήττονται από νέες περικοπές ή αυστηρότερους όρους. Έτσι, οι αποφάσεις μεταφέρονται χρονικά, παρότι θεωρούνται αναπόφευκτες.
1. Τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης: Το μεγάλο αγκάθι που «παγώνει» μέχρι το 2029
Ο νόμος προβλέπει ότι το καθεστώς των ορίων ηλικίας πρέπει να επανεξετάζεται περιοδικά, με βάση το προσδόκιμο ζωής. Η πρώτη τέτοια αναπροσαρμογή αναμενόταν το 2026 και θα έμπαινε σταδιακά σε εφαρμογή από το 2027. Ωστόσο, η κυβέρνηση έχει αποφασίσει να «παγώσει» τον μηχανισμό μέχρι το 2029, μεταθέτοντας την όποια αύξηση των ορίων για το τέλος της δεκαετίας.
Η επιλογή αυτή θεωρείται σωτήρια για περίπου όλους όσοι βρίσκονται σήμερα μεταξύ 57 και 58 ετών. Οι συγκεκριμένες ηλικιακές ομάδες θα προλάβουν μέχρι το 2030 να συμπληρώσουν τα 62 έτη ζωής και, εφόσον διαθέτουν 40 χρόνια ασφαλιστικής πορείας, να κατοχυρώσουν το δικαίωμα εξόδου χωρίς να τους επηρεάσουν οι επερχόμενες αυξήσεις. Με άλλα λόγια, για αυτούς το «παράθυρο» παραμένει ανοιχτό.
Αντίθετα, όσοι είναι σήμερα 50 έως 55 ετών βρίσκονται σε σαφώς δυσμενέστερη θέση. Αυτοί δύσκολα θα προλάβουν τα απαιτούμενα όρια πριν από την ενεργοποίηση των νέων ρυθμίσεων. Έτσι, θεωρείται ότι θα είναι η πρώτη ομάδα ασφαλισμένων που θα νιώσει τις συνέπειες των αναπροσαρμογών, είτε αυτό σημαίνει καθυστέρηση στη συνταξιοδότηση είτε επιπλέον έτη εργασίας.
Το συμπέρασμα είναι απλό: το πρόβλημα δεν λύνεται, απλώς μεταφέρεται στο μέλλον, όταν το πολιτικό κόστος ίσως είναι πιο διαχειρίσιμο.
2. Συντάξεις χηρείας: Η δεύτερη «νάρκη» που περιμένει να ενεργοποιηθεί
Το δεύτερο μεγάλο ζήτημα αφορά τις συντάξεις χηρείας, όπου η σημερινή κατάσταση χαρακτηρίζεται από έντονη ανομοιογένεια. Ο νόμος προβλέπει ότι μετά από κάποιο χρονικό διάστημα η σύνταξη πρέπει να μειώνεται κατά 50%, ρύθμιση που εφαρμόζεται ήδη στο Δημόσιο και στον ΟΓΑ.
Στον ιδιωτικό τομέα, όμως, η ίδια πρόβλεψη δεν εφαρμόστηκε ποτέ στην πράξη. Αυτό σημαίνει ότι χιλιάδες δικαιούχοι εξακολουθούν να λαμβάνουν το 70% της σύνταξης του θανόντος, ακόμη κι αν δεν πληρούν πλέον τις προϋποθέσεις που ορίζει το θεσμικό πλαίσιο.
Η εκκρεμότητα δημιουργεί δύο κόσμο: όσους υφίστανται την περικοπή και όσους δεν την υφίστανται. Η ισονομία απαιτεί εναρμόνιση, και κυβερνητικές πηγές θεωρούν βέβαιο ότι αυτό θα γίνει. Αλλά όχι τώρα. Η πολιτική συγκυρία δεν επιτρέπει μια τέτοια κίνηση με άμεσο κόστος για μια τόσο ευαίσθητη κατηγορία πολιτών. Για αυτό και το θέμα μετατίθεται για μετά τις εκλογές.
Το οικονομικό επιτελείο προετοιμάζει το έδαφος για παροχές
Ενώ τα δύσκολα μένουν για αργότερα, το οικονομικό επιτελείο εργάζεται εντατικά για να δημιουργήσει τον απαραίτητο δημοσιονομικό χώρο ώστε να παρουσιαστεί ένα νέο πακέτο μέτρων τη διετία 2026–2027. Το συνολικό ύψος του εκτιμάται ήδη στα 900 εκατ. ευρώ και αναμένεται να κατευθυνθεί σε:
-
μειώσεις φόρων,
-
δράσεις στήριξης εισοδημάτων,
-
παρεμβάσεις για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Με λίγα λόγια, το κυβερνητικό αφήγημα για την προεκλογική περίοδο χτίζεται πάνω στην εικόνα ενός «κουμπαρά» παροχών, που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις δύσκολες αποφάσεις που σιωπηρά αναβάλλονται.
Οι αλλαγές παραμένουν στο τραπέζι – απλώς περιμένουν την κατάλληλη στιγμή
Παρότι ο δημόσιος διάλογος προς το παρόν επικεντρώνεται στα μέτρα στήριξης, το Ασφαλιστικό παραμένει ο «ελέφαντας στο δωμάτιο». Η αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης και η εναρμόνιση των συντάξεων χηρείας δεν έχουν εγκαταλειφθεί ούτε έχουν ακυρωθεί· απλώς έχουν μετακινηθεί χρονικά. Το πολιτικό σύστημα γνωρίζει ότι, αργά ή γρήγορα, θα πρέπει να ληφθούν αποφάσεις που θα επηρεάσουν σημαντικές ομάδες ασφαλισμένων.
Η συζήτηση, λοιπόν, δεν είναι αν θα εφαρμοστούν οι αλλαγές, αλλά πότε και με ποια μορφή. Και όπως όλα δείχνουν, η «κατάλληλη στιγμή» θα είναι όταν η πολιτική πίεση των εκλογών δεν θα υφίσταται πια.


