Έρχονται εξώσεις-εξπρές: Θα χάσεις το σπίτι σου μέσα σε 6 μήνες και ούτε θα σε ρωτήσουν

Σε μια εποχή που τα ενοίκια έχουν εκτοξευτεί και η στέγαση μετατρέπεται σε πολυτέλεια, μια νέα νομοθετική αλλαγή φέρνει… σεισμό: από το 2026, οι ιδιοκτήτες ακινήτων θα μπορούν να πετούν έξω τους ενοικιαστές χωρίς καν να περάσουν από δικαστήριο. Ναι, καλά διαβάσατε. Μια «Διαταγή Απόδοσης Μισθίου» θα εκδίδεται πλέον όχι από δικαστή, αλλά από πιστοποιημένο δικηγόρο, ανοίγοντας τον δρόμο για εξώσεις fast track.

Η νέα διαδικασία υπόσχεται ταχύτητα και “δικαιοσύνη” στους ιδιοκτήτες. Αντί να περιμένουν επί μήνες για μια δικαστική απόφαση, θα μπορούν πλέον να κινηθούν με μια απλή αίτηση και έναν φάκελο εγγράφων. Ο ενοικιαστής; Έχει περιθώριο έξι μηνών για να βρει στέγη, και αν δεν τα καταφέρει, τότε… στον δρόμο.

Το Υπουργείο Δικαιοσύνης και η ΠΟΜΙΔΑ χαιρετίζουν τη ρύθμιση ως λύση σε μια “χρόνια αδικία” εις βάρος των ιδιοκτητών. Ισχυρίζονται ότι θα φέρει περισσότερα ακίνητα στην αγορά και θα διευκολύνει την απονομή δικαιοσύνης, αποφορτίζοντας τα δικαστήρια από “τυπικές υποθέσεις”. Όμως, η άλλη πλευρά φωνάζει: οι ενοικιαστές κάνουν λόγο για μια κοινωνική βόμβα.

Ο Πανελλήνιος Σύλλογος Προστασίας Ενοικιαστών δεν κρύβει την αγανάκτησή του: χαρακτηρίζει τη νέα διάταξη “ανατριχιαστική” και προβλέπει ολέθριες συνέπειες. Μητέρες σε κύηση, ασθενείς, οικογένειες με παιδιά που δίνουν εξετάσεις, επαγγελματίες με εκκρεμείς μετακομίσεις κινδυνεύουν να βρεθούν άστεγοι χωρίς καν να ακουστούν. “Καταργείται το δικαίωμα προσφυγής στον φυσικό δικαστή”, αναφέρουν χαρακτηριστικά.

Πώς λειτουργεί η νέα διαδικασία; Ο ιδιοκτήτης στέλνει εξώδικο τουλάχιστον τρεις μήνες πριν τη λήξη της σύμβασης. Αν δεν αποδοθεί το ακίνητο, προχωρά σε αίτηση για διαταγή απόδοσης. Την εκδίδει ένας δικηγόρος που ορίζεται από τη Γραμματεία του Πρωτοδικείου και όχι κατόπιν επιλογής από τον ιδιοκτήτη. Ο ενοικιαστής ειδοποιείται, έχει 15 εργάσιμες ημέρες να αντιδράσει και ακόμη δύο μήνες για να αποχωρήσει. Συνολικός χρόνος: περίπου έξι μήνες. Χωρίς δίκη, χωρίς ακροαματική διαδικασία.

Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η διαδικασία είναι ισορροπημένη: προβλέπει ανακοπή από τον ενοικιαστή, αίτηση ασφαλιστικών μέτρων και δυνατότητα προσωρινής διαταγής, εφόσον υπάρχει σοβαρός λόγος. Όμως οι ενοικιαστές τονίζουν ότι όλα αυτά απαιτούν νομική γνώση, χρήματα και ψυχικά αποθέματα που λίγοι έχουν σε περίοδο κρίσης.

Η ρύθμιση, υποστηρίζουν οι επικριτές της, έρχεται σε πλήρη αναντιστοιχία με την πραγματικότητα. Σε μια αγορά όπου τα μισθώματα είναι στα ύψη και η εύρεση σπιτιού είναι άθλος, η απειλή εξώσεως χωρίς πραγματική κρίση από δικαστή μοιάζει με κοινωνική καταδίκη.

Από την πλευρά της, η κυβέρνηση θεωρεί ότι με την απλούστευση της διαδικασίας θα αυξηθεί η προσφορά διαθέσιμων ακινήτων. Πολλοί ιδιοκτήτες κρατούν τα ακίνητά τους κλειστά από φόβο ότι δεν θα μπορούν να τα ανακτήσουν έγκαιρα. Με τη νέα ρύθμιση, ισχυρίζονται, ενισχύεται η εμπιστοσύνη των ιδιοκτητών στο νομικό σύστημα.

Όμως τι σημαίνει πρακτικά αυτό για τους ενοικιαστές; Πως ακόμη και αν είναι συνεπείς στις πληρωμές τους, μπορεί να βρεθούν προ τετελεσμένων επειδή απλώς έληξε το μισθωτήριο. Δεν θα υπάρχει πλέον η δυνατότητα ανθρώπινης κρίσης από δικαστή για περιπτώσεις όπου ο ενοικιαστής έχει πραγματικά προβλήματα, όπως σοβαρές ασθένειες ή αναμενόμενες μετακομίσεις.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ακόμη και προφορικές συμφωνίες παράτασης δεν θα αναγνωρίζονται, εφόσον δεν υπάρχουν σε γραπτή μορφή. Άρα, ενοικιαστές που στηρίζονται στη “λόγω τιμής” συνεννόηση με τον ιδιοκτήτη, θα είναι απροστάτευτοι.

Εν τω μεταξύ, η αντιπαράθεση φουντώνει. Η ΠΟΜΙΔΑ επαινεί την κυβέρνηση, ο Σύλλογος Ενοικιαστών την καταγγέλλει. Η κοινή γνώμη διχάζεται: είναι πράγματι ένα μέτρο απονομής δικαιοσύνης ή ένα εργαλείο επιτάχυνσης εξώσεων εις βάρος των αδυνάτων;

Ένα είναι βέβαιο: από το 2026, οι ενοικιαστές θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί. Το μισθωτήριο δεν θα είναι απλώς μια συμφωνία. Θα είναι ρολόι αντίστροφης μέτρησης.

Αν η κυβέρνηση δεν λάβει υπόψη τις κραυγές των ανθρώπων που κινδυνεύουν να πεταχτούν στον δρόμο εν μέσω κρίσης, τότε ίσως μιλάμε για την πιο σκληρή επίθεση στους ενοικιαστές των τελευταίων δεκαετιών.

Η πραγματική ερώτηση, όμως, είναι: Ποιος τελικά προστατεύεται και ποιος θυσιάζεται στο όνομα της “επιτάχυνσης της Δικαιοσύνης”;