Σημαντικές αλλαγές στο φορολογικό τοπίο που αφορά τις επιχειρήσεις προετοιμάζει το οικονομικό επιτελείο, επαναφέροντας στο τραπέζι δύο από τα πιο αμφιλεγόμενα και βαριά μέτρα των τελευταίων ετών. Το τέλος επιτηδεύματος και η προκαταβολή φόρου μπαίνουν ξανά σε διαδικασία συνολικής επανεξέτασης, με στόχο –σύμφωνα με αρμόδιες πηγές– τη σταδιακή αποσυμπίεση της επιχειρηματικής δραστηριότητας και την ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.
Πρόκειται για παρεμβάσεις που επηρεάζουν άμεσα περισσότερες από 350.000 επιχειρήσεις και νομικά πρόσωπα σε ολόκληρη τη χώρα, ανεξαρτήτως μεγέθους, κλάδου ή κύκλου εργασιών. Η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Οικονομικών φέρεται αποφασισμένη να επανεκκινήσει τη συζήτηση «από μηδενική βάση», εξετάζοντας τόσο τη δημοσιονομική επίπτωση όσο και τη μακροπρόθεσμη συμβολή των μέτρων αυτών στην ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας.
Οι τελικές προτάσεις αναμένεται να διαμορφωθούν μέσα στο επόμενο διάστημα και να παρουσιαστούν αρχικά στο κυβερνητικό επιτελείο, πριν λάβουν την τελική πολιτική έγκριση. Στόχος είναι η χάραξη μιας φορολογικής στρατηγικής που θα στηρίζει την ανάπτυξη, χωρίς να διακυβεύεται η σταθερότητα των δημόσιων οικονομικών.
Το τέλος επιτηδεύματος στο επίκεντρο
Το τέλος επιτηδεύματος παραμένει ένα από τα πιο αμφισβητούμενα φορολογικά βάρη. Παρότι καταργήθηκε για τους ελεύθερους επαγγελματίες από το 2024, εξακολουθεί να επιβάλλεται στα νομικά πρόσωπα, αποτελώντας έναν ετήσιο, κατ’ αποκοπή φόρο που δεν συνδέεται με την πραγματική οικονομική κατάσταση της επιχείρησης.
Η ιδιαιτερότητα του μέτρου έγκειται στο γεγονός ότι επιβάλλεται ανεξάρτητα από το αν μια εταιρεία παρουσιάζει κέρδη ή ζημίες. Έτσι, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις καλούνται να καταβάλουν ποσά που κυμαίνονται από 800 έως 1.000 ευρώ ετησίως, ανάλογα με την έδρα τους, ενώ η ύπαρξη υποκαταστημάτων αυξάνει περαιτέρω τη συνολική επιβάρυνση. Επιπλέον, το τέλος επιτηδεύματος δεν εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα, γεγονός που διογκώνει το πραγματικό φορολογικό βάρος.
Στο πλαίσιο της νέας αξιολόγησης, εξετάζονται σενάρια που περιλαμβάνουν είτε τη σταδιακή απομείωση του τέλους είτε την πλήρη κατάργησή του σε βάθος χρόνου. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, ένα τέτοιο μέτρο θα μπορούσε να εφαρμοστεί από το 2027, εφόσον διασφαλιστούν τα απαραίτητα δημοσιονομικά ισοδύναμα.
Το κόστος μιας οριστικής κατάργησης υπολογίζεται περίπου στα 250 εκατ. ευρώ ετησίως. Ωστόσο, κυβερνητικά στελέχη εκτιμούν ότι το ποσό αυτό θα μπορούσε να καλυφθεί μέσω της ενίσχυσης των φορολογικών εσόδων από τη συστηματική καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και από τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης που προκύπτει από την ανάπτυξη.
Αλλαγές και στην προκαταβολή φόρου
Ταυτόχρονα, στο τραπέζι των συζητήσεων βρίσκεται και η προκαταβολή φόρου, ένα μέτρο που εδώ και χρόνια προκαλεί έντονες αντιδράσεις στον επιχειρηματικό κόσμο. Σήμερα, τα νομικά πρόσωπα καλούνται να προκαταβάλουν το 80% του φόρου του επόμενου έτους, ενώ για τους ελεύθερους επαγγελματίες το ποσοστό ανέρχεται στο 55%.
Στην πράξη, η προκαταβολή φόρου λειτουργεί ως μηχανισμός προείσπραξης, στερώντας από τις επιχειρήσεις πολύτιμη ρευστότητα, ιδιαίτερα σε περιόδους αβεβαιότητας ή μειωμένου τζίρου. Για τον λόγο αυτό, εξετάζονται εναλλακτικές προσεγγίσεις, όπως η μείωση του ποσοστού κάτω από το 60% ή η υιοθέτηση ενός κλιμακωτού συστήματος, που θα προσαρμόζεται στην πραγματική πορεία των εσόδων.
Μάλιστα, δεν αποκλείεται να αξιοποιηθούν μοντέλα που εφαρμόστηκαν προσωρινά την περίοδο της πανδημίας, όταν η προκαταβολή φόρου μειώθηκε ή «πάγωσε» για συγκεκριμένες κατηγορίες επιχειρήσεων, προσφέροντας σημαντική ανάσα στην αγορά.
Στόχος ένα πιο φιλικό φορολογικό περιβάλλον
Η συνολική φιλοσοφία των υπό εξέταση αλλαγών κινείται προς τη δημιουργία ενός πιο σταθερού και προβλέψιμου φορολογικού πλαισίου, ικανού να ενθαρρύνει επενδύσεις και επιχειρηματικές πρωτοβουλίες. Η κυβέρνηση επιδιώκει να στείλει μήνυμα στήριξης προς τον παραγωγικό ιστό, επιδιώκοντας παράλληλα να διατηρήσει την αξιοπιστία της χώρας σε δημοσιονομικό επίπεδο.
Το επόμενο διάστημα αναμένεται κρίσιμο, καθώς οι αποφάσεις που θα ληφθούν ενδέχεται να επηρεάσουν καθοριστικά το κόστος λειτουργίας χιλιάδων επιχειρήσεων και να διαμορφώσουν τις συνθήκες της αγοράς για τα επόμενα χρόνια.


