Έντονες αντιδράσεις έχει προκαλέσει η απόφαση της Εθνικής Τράπεζας να μετατρέψει μαζικά λογαριασμούς απλού ταμιευτηρίου και τρεχούμενους σε «λογαριασμούς προνομίων», επιβάλλοντας νέα μηνιαία χρέωση 0,80 ευρώ. Η πρακτική αυτή οδήγησε την Ε.Κ.ΠΟΙ.ΖΩ. να προχωρήσει στην πρώτη συλλογική αγωγή κατά της τράπεζας, ανοίγοντας ένα νομικό μέτωπο με πιθανές επιπτώσεις για χιλιάδες καταναλωτές.
Η επίμαχη κίνηση της ΕΤΕ αποκαλύφθηκε όταν οι κάτοχοι των συγκεκριμένων λογαριασμών έλαβαν επιστολή που τους ενημέρωνε ότι από τις 28 Αυγούστου 2025 οι λογαριασμοί τους θα μετατρέπονταν αυτόματα σε λογαριασμούς προνομίων. Μοναδική εξαίρεση θα αποτελούσε η περίπτωση που οι ίδιοι οι καταναλωτές αντιδρούσαν εντός 60 ημερών. Με άλλα λόγια, η σιωπή τους θα θεωρούνταν αποδοχή της αλλαγής.
Στην ίδια επιστολή η τράπεζα παρουσίαζε μία σειρά από «προνόμια» που, σύμφωνα με την ΕΤΕ, δικαιολογούσαν τη νέα χρέωση. Ωστόσο, όπως αποκαλύπτει η Ε.Κ.ΠΟΙ.ΖΩ., αρκετές από αυτές τις «προσφορές» είναι υπηρεσίες που ήδη παρέχονται δωρεάν στο πλαίσιο των ρυθμίσεων που τέθηκαν σε ισχύ από τις 20 Ιανουαρίου 2025. Με απλά λόγια, ορισμένα από τα υποτιθέμενα οφέλη δεν είναι νέα – ούτε αποτελούν πραγματικά προνόμια.
Η αντίδραση της Ε.Κ.ΠΟΙ.ΖΩ.
Μετά από πλήθος καταγγελιών, η Ε.Κ.ΠΟΙ.ΖΩ. εξετάζει διεξοδικά την υπόθεση και καλεί την Εθνική Τράπεζα να αποσύρει άμεσα την εν λόγω πρακτική. Η τράπεζα απαντά, αλλά – όπως καταγγέλλει η οργάνωση – η τοποθέτησή της είναι ανεπαρκής και δεν αντιμετωπίζει την ουσία του προβλήματος.
Έτσι, η Ε.Κ.ΠΟΙ.ΖΩ. κατέθεσε αντιπροσωπευτική αγωγή στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ζητώντας να κριθεί παράνομη και καταχρηστική η μονομερής επιβολή της χρέωσης. Στόχος της οργάνωσης είναι να ακυρωθεί οριστικά η μετατροπή των λογαριασμών και να σταματήσει η επιβάρυνση των καταναλωτών.
Παράλληλα, ζητείται από το δικαστήριο να επιβάλει αποζημίωση ύψους 130.000 ευρώ για ηθική βλάβη, λόγω της παραβίασης των δικαιωμάτων των καταναλωτών.
Η υπόθεση αναμένεται να εκδικαστεί στις 3 Δεκεμβρίου 2025, με μεγάλο ενδιαφέρον καθώς αποτελεί την πρώτη τέτοιου είδους συλλογική νομική ενέργεια απέναντι στην ΕΤΕ σχετικά με τις νέες χρεώσεις.
Τι λέει η νομοθεσία – Γιατί θεωρείται παράνομη η πρακτική
Σύμφωνα με την Ε.Κ.ΠΟΙ.ΖΩ., η τράπεζα δεν έχει δικαίωμα να αλλάζει μονομερώς τους όρους μιας σύμβασης καταθέσεων, ούτε να επιβάλλει προθεσμίες που καθιστούν τη σιωπή του καταναλωτή αποδοχή νέων όρων. Ακόμη και αν υπήρχε σχετικός όρος στη σύμβαση – κάτι που εδώ δεν ισχύει – τέτοιου είδους πρόνοιες θεωρούνται καταχρηστικές.
Η ελληνική και ευρωπαϊκή νομοθεσία είναι σαφής: οι αλλαγές στις συμβάσεις πρέπει να γίνονται με ρητή συναίνεση του καταναλωτή και όχι μέσω αυτόματων μετατροπών που τον επιβαρύνουν οικονομικά.
Τι πραγματικά συνέβη με τους καταθετικούς λογαριασμούς
Όπως αναφέρει η Ε.Κ.ΠΟΙ.ΖΩ., δεκάδες πολίτες επικοινώνησαν μαζί της καταγγέλλοντας ότι ουσιαστικά βρέθηκαν μπροστά σε ένα τετελεσμένο: αν δεν αντιδρούσαν εγκαίρως, θα επιβαρύνονταν με μηνιαία χρέωση για έναν λογαριασμό που μέχρι σήμερα ήταν εντελώς δωρεάν.
Η τράπεζα διαφημίζει ότι ο «λογαριασμός προνομίων» συνοδεύεται από σημαντικές παροχές: δωρεάν εμβάσματα μέσω digital banking έως 5.000 ευρώ, μεταφορές μέσω IRIS, δωρεάν φόρτιση προπληρωμένων καρτών και απεριόριστες πληρωμές λογαριασμών μέσω πάγιων εντολών.
Ωστόσο, η πραγματικότητα – όπως εξηγεί η οργάνωση – είναι αρκετά διαφορετική. Πολλές από αυτές τις υπηρεσίες έχουν ήδη μηδενικό κόστος εδώ και μήνες, βάσει των νέων διατάξεων του Ν.5167/2024. Στην ουσία, λοιπόν, οι καταναλωτές καλούνται να πληρώσουν για «προνόμια» που ήδη διαθέτουν.
Επιπλέον, οι περιγραφές των δωρεάν εμβασμάτων είναι θολές: δεν διευκρινίζεται αν καλύπτουν τις συνήθεις μεταφορές πίστωσης (που πλέον έχουν μηδενική ή ελάχιστη χρέωση) ή τα πιο κοστοβόρα εμβάσματα στο εξωτερικό. Την ίδια στιγμή, τίθενται περιορισμοί μέσω «πολιτικής ορθής χρήσης» που δεν αναφέρονται ξεκάθαρα στην επιστολή προς τους καταθέτες.
Το επόμενο βήμα – Τι μπορεί να ακολουθήσει
Η Ε.Κ.ΠΟΙ.ΖΩ. δηλώνει ότι, σε περίπτωση που η Εθνική Τράπεζα δεν επιστρέψει τις χρεώσεις για όσο καιρό εφάρμοσε τη συγκεκριμένη πολιτική, εξετάζει το ενδεχόμενο να καταθέσει και δεύτερη αγωγή, αυτή τη φορά αποζημιωτική. Με άλλα λόγια, οι καταθέτες ενδέχεται να διεκδικήσουν επιστροφή χρημάτων.
Η υπόθεση έχει προκαλέσει έντονο δημόσιο διάλογο, καθώς επηρεάζει μεγάλο αριθμό πολιτών που διατηρούν απλούς καταθετικούς λογαριασμούς. Η εξέλιξή της αναμένεται να αποτελέσει σημείο αναφοράς για το κατά πόσο οι τράπεζες μπορούν να μεταβάλλουν συμβάσεις χωρίς σαφή συναίνεση των πελατών.



