Η ταχύτητα εξακολουθεί να είναι ο πιο ύπουλος «εχθρός» στους ελληνικούς δρόμους. Όχι απαραίτητα επειδή όλοι κινούνται με υπερβολικά πολλά χιλιόμετρα, αλλά επειδή πολύ συχνά η υπέρβαση γίνεται ασυναίσθητα. Ένα ελαφρύ πάτημα του γκαζιού, μια κατηφόρα, ένα άδειο κομμάτι δρόμου – και ξαφνικά το όριο έχει ξεπεραστεί. Αυτό που πολλοί οδηγοί αγνοούν είναι ότι ο νόμος δεν δείχνει καμία ανοχή, ακόμη κι αν η υπέρβαση είναι ελάχιστη.
Σύμφωνα με τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, δεν υπάρχει «ασφαλές περιθώριο» πάνω από το όριο ταχύτητας. Ακόμη και διαφορά της τάξης των 5 χιλιομέτρων την ώρα αρκεί για να χαρακτηριστεί η συμπεριφορά παράνομη και να επιβληθούν κυρώσεις. Με απλά λόγια, δεν χρειάζεται να κινείται κάποιος πολύ γρηγορότερα για να θεωρηθεί παραβάτης. Το όριο είναι απόλυτο και ισχύει ακριβώς όπως αναγράφεται.
Η σύγχυση ξεκινά συνήθως από το ίδιο το οδικό δίκτυο. Τα όρια ταχύτητας δεν είναι ενιαία ούτε σταθερά. Εξαρτώνται από τον τύπο του δρόμου, το αν βρίσκεται εντός ή εκτός κατοικημένης περιοχής, αλλά και από το είδος του οχήματος. Σε πολλές περιπτώσεις, μέσα σε λίγα μόνο μέτρα, το όριο μπορεί να αλλάξει δραστικά. Ένας δρόμος που μοιάζει με ταχείας κυκλοφορίας μπορεί ξαφνικά να μετατραπεί –τυπικά– σε απλό επαρχιακό, απλώς επειδή εμφανίζεται μια ισόπεδη διασταύρωση ή αλλάζει η χάραξη.
Σε κατοικημένες περιοχές, τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα αλλά όχι λιγότερο αυστηρά. Οι μονόδρομοι έχουν ανώτατο όριο τα 30 χιλιόμετρα την ώρα, ενώ όλοι οι υπόλοιποι δρόμοι –διπλής κατεύθυνσης ή με δύο λωρίδες– περιορίζονται στα 50 χιλιόμετρα. Αυτά τα όρια ισχύουν για όλα ανεξαιρέτως τα οχήματα, από επιβατικά αυτοκίνητα μέχρι μοτοσυκλέτες, ανεξάρτητα από κυβισμό.
Εκτός πόλης, όμως, το τοπίο αλλάζει. Στους σύγχρονους αυτοκινητόδρομους, όπου υπάρχουν τουλάχιστον δύο λωρίδες ανά κατεύθυνση και Λωρίδα Έκτακτης Ανάγκης, τα επιβατικά αυτοκίνητα μπορούν να κινηθούν έως 130 χιλιόμετρα την ώρα. Στις οδούς ταχείας κυκλοφορίας, το γενικό όριο πέφτει, ενώ στο υπόλοιπο οδικό δίκτυο –εθνικό και επαρχιακό– το ανώτατο όριο καθορίζεται στα 90 χιλιόμετρα.
Ωστόσο, δεν έχουν όλα τα οχήματα τα ίδια δικαιώματα. Τα επιβατικά με ρυμουλκούμενο, για παράδειγμα, υπόκεινται σε χαμηλότερα όρια, όπως και οι μοτοσυκλέτες μικρότερου κυβισμού. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι τα δίκυκλα κατηγορίας AM, δηλαδή έως 50 κυβικά εκατοστά, δεν επιτρέπεται καν να κυκλοφορούν σε αυτοκινητόδρομους ή οδούς ταχείας κυκλοφορίας, ανεξάρτητα από την ταχύτητα.
Ένα από τα συχνότερα λάθη των οδηγών είναι η πεποίθηση ότι «αν δεν υπάρχει πινακίδα, μπορώ να πάω λίγο πιο γρήγορα». Στην πραγματικότητα, ισχύει ακριβώς το αντίθετο. Τα γενικά όρια εφαρμόζονται πάντα, εκτός αν η σήμανση ορίζει ρητά κάτι διαφορετικό. Και όταν υπάρχει πινακίδα, αυτή υπερισχύει κάθε γενικού κανόνα, ακόμη κι αν φαίνεται παράλογα χαμηλή για τις συνθήκες του δρόμου.
Το πιο επώδυνο κομμάτι της υπόθεσης είναι, φυσικά, οι κυρώσεις. Ο νόμος κλιμακώνει τα πρόστιμα και τις ποινές με βάση το πόσο έχει ξεπεραστεί το όριο. Για υπέρβαση έως 20 χιλιόμετρα την ώρα, προβλέπεται πρόστιμο 100 ευρώ. Αν η διαφορά φτάσει τα 20 έως 30 χιλιόμετρα, το πρόστιμο εκτοξεύεται στα 350 ευρώ και συνοδεύεται από αφαίρεση άδειας οδήγησης για 10 ημέρες. Πάνω από τα 30 χιλιόμετρα, οι συνέπειες γίνονται πραγματικά σοβαρές: 700 ευρώ πρόστιμο και στέρηση διπλώματος για δύο ολόκληρους μήνες.
Το συμπέρασμα είναι σαφές. Η ταχύτητα δεν είναι απλώς θέμα ασφάλειας, αλλά και θέμα ακρίβειας. Ένα μικρό λάθος στο κοντέρ ή μια στιγμιαία απροσεξία μπορεί να μετατραπεί σε σημαντικό οικονομικό και διοικητικό βάρος. Σε έναν δρόμο όπου τα όρια αλλάζουν συχνά και οι έλεγχοι εντείνονται, η γνώση και η προσοχή είναι το μοναδικό πραγματικό «όριο ασφαλείας» για τον οδηγό.



