Με μια δυσάρεστη έκπληξη θα ξεκινήσει ο Φεβρουάριος για χιλιάδες μη μισθωτούς ασφαλισμένους σε όλη τη χώρα. Ελεύθεροι επαγγελματίες, αυτοαπασχολούμενοι και αγρότες θα διαπιστώσουν ότι τα νέα ειδοποιητήρια ασφαλιστικών εισφορών είναι αισθητά «φουσκωμένα», καθώς οι μηνιαίες υποχρεώσεις τους αυξάνονται κατά 2,5% σε σχέση με πέρυσι. Και το χειρότερο; Η αύξηση αυτή δεν είναι προσωρινή, αλλά θα τους ακολουθεί σε όλη τη διάρκεια του 2026.
Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, τα ενιαία ειδοποιητήρια για τον Ιανουάριο του 2026 αναμένεται να αναρτηθούν στην ηλεκτρονική πλατφόρμα μετά τις 20 Φεβρουαρίου. Η προθεσμία πληρωμής λήγει στο τέλος του μήνα, στις 28 Φεβρουαρίου, αφήνοντας περιορισμένο χρονικό περιθώριο για προγραμματισμό, ειδικά για όσους κινούνται ήδη σε οριακή ρευστότητα.
Πόσο κοστίζει τελικά η αύξηση
Η αναπροσαρμογή των εισφορών κατά 2,5% επηρεάζει οριζόντια όλους τους μη μισθωτούς. Για τους ελεύθερους επαγγελματίες και τους αυτοαπασχολούμενους, η επιβάρυνση μεταφράζεται σε επιπλέον ποσά που ξεκινούν από περίπου 6 ευρώ τον μήνα και φτάνουν έως και τα 16,5 ευρώ, ανάλογα με την ασφαλιστική κατηγορία. Σε ετήσια βάση, αυτό σημαίνει από 70 έως σχεδόν 200 ευρώ παραπάνω, χωρίς να συνυπολογίζονται επικουρικές ή εφάπαξ εισφορές.
Οι αγρότες, αν και επιβαρύνονται λιγότερο, δεν μένουν ανεπηρέαστοι. Οι αυξήσεις για αυτούς κυμαίνονται από 3,5 έως σχεδόν 10 ευρώ μηνιαίως, ποσά που μπορεί να φαίνονται μικρά μεμονωμένα, αλλά συσσωρευτικά δημιουργούν σοβαρό βάρος σε έναν κλάδο με έντονες εποχικές διακυμάνσεις εισοδήματος.
Οι νέες κλίμακες για επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενους
Οι αλλαγές αποτυπώνονται ξεκάθαρα στα νέα ποσά των ασφαλιστικών κατηγοριών. Η χαμηλότερη κατηγορία διαμορφώνεται πλέον λίγο πάνω από τα 250 ευρώ τον μήνα, ενώ η δεύτερη ξεπερνά τα 300 ευρώ. Όσο ανεβαίνει η κατηγορία, τόσο πιο αισθητή γίνεται η αύξηση, με την έκτη –και υψηλότερη– να πλησιάζει τα 676 ευρώ μηνιαίως.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η ειδική κατηγορία για νέους ασφαλισμένους, η οποία ανέρχεται πλέον στα 150 ευρώ περίπου. Αν και παραμένει χαμηλότερη από τις υπόλοιπες, και αυτή δεν γλίτωσε από την ετήσια αναπροσαρμογή.
Επικουρική ασφάλιση και εφάπαξ: διπλό «χτύπημα»
Όσοι έχουν επιλέξει –ή υποχρεούνται– να καταβάλλουν εισφορές και για επικουρική ασφάλιση, θα δουν επίσης αυξημένα ποσά. Οι μηνιαίες εισφορές κινούνται πλέον από τα μέσα των 40 ευρώ για την πρώτη κατηγορία έως σχεδόν 67 ευρώ για την τρίτη. Αντίστοιχα, στον κλάδο εφάπαξ παροχών, οι εισφορές ξεκινούν από περίπου 31 ευρώ και φτάνουν πάνω από 44 ευρώ, ενισχύοντας περαιτέρω το συνολικό μηνιαίο κόστος ασφάλισης.
Για αρκετούς επαγγελματίες, το άθροισμα κύριας ασφάλισης, επικουρικής και εφάπαξ δημιουργεί έναν «λογαριασμό» που αγγίζει ή και ξεπερνά τα 700 ευρώ τον μήνα, ποσό απαγορευτικό για πολλές μικρές επιχειρήσεις.
Τι ισχύει για τους αγρότες
Στον αγροτικό τομέα, οι νέες εισφορές περιλαμβάνουν κύρια σύνταξη, υγειονομική περίθαλψη και την εισφορά υπέρ αγροτικής εστίας. Η χαμηλότερη κατηγορία ξεκινά πλέον κοντά στα 150 ευρώ, ενώ η υψηλότερη υπερβαίνει τα 400 ευρώ μηνιαίως. Και εδώ, η αύξηση μπορεί να φαίνεται περιορισμένη, αλλά σε ετήσια βάση προσθέτει ένα ακόμα έξοδο σε έναν ήδη πιεσμένο προϋπολογισμό.
Το κρίσιμο σημείο: γιατί δεν μπορείτε να κάνετε τίποτα
Η επιλογή ασφαλιστικής κατηγορίας για το 2026 ολοκληρώθηκε στα τέλη Ιανουαρίου. Όσοι δεν προχώρησαν σε αλλαγή, παραμένουν αυτόματα στην κατηγορία που είχαν το 2025. Το πιο σημαντικό, όμως, είναι ότι πλέον δεν υπάρχει δυνατότητα μεταβολής μέσα στη χρονιά. Με απλά λόγια, όποια κατηγορία κι αν έχετε σήμερα, θα σας ακολουθεί μέχρι το τέλος του 2026 – μαζί με τις αυξημένες εισφορές.
Πώς πληρώνονται τα ειδοποιητήρια
Οι τρόποι εξόφλησης παραμένουν πολλοί και γνώριμοι: ηλεκτρονικά μέσω e-banking και mobile banking, από ΑΤΜ, σε τραπεζικά καταστήματα, μέσω ΕΛΤΑ ή με την υπηρεσία IRIS. Όσοι έχουν ενεργοποιήσει πάγια εντολή, θα δουν το ποσό να χρεώνεται αυτόματα στον τραπεζικό τους λογαριασμό στις 28 Φεβρουαρίου.
Το συμπέρασμα είναι ένα: οι εισφορές αυξήθηκαν, το περιθώριο αντίδρασης δεν υπάρχει και το 2026 ξεκινά με έναν ακόμα πονοκέφαλο για τους μη μισθωτούς. Το μόνο που απομένει είναι σωστός οικονομικός προγραμματισμός – και γερά νεύρα.



