Μεγάλη συζήτηση έχει προκαλέσει η εξαγγελία της κυβέρνησης για το νέο φοιτητικό επίδομα στέγασης, το οποίο υποτίθεται πως θα ενισχύσει οικονομικά τους φοιτητές και τις οικογένειές τους. Ωστόσο, οι πρώτες αντιδράσεις φέρνουν στην επιφάνεια ένα ερώτημα που καίει: πρόκειται για ουσιαστική βοήθεια ή για ένα επικοινωνιακό τρικ που δεν αγγίζει το πραγματικό πρόβλημα;
Κατά την ομιλία του στη Βουλή, στο πλαίσιο της συζήτησης για το νομοσχέδιο με τίτλο «Διασφάλιση δημοσιονομικής ισορροπίας», ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης ανακοίνωσε πως δρομολογείται ένα νέο στεγαστικό βοήθημα, το οποίο απευθύνεται τόσο σε φοιτητές όσο και σε ενοικιαστές. Σύμφωνα με τον ίδιο, η ενίσχυση αυτή εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πακέτο πολιτικών στέγασης και στοχεύει στη μείωση του βάρους των ενοικίων σε μια περίοδο που οι τιμές έχουν εκτοξευθεί.
Μάλιστα, ο πρωθυπουργός τόνισε ότι το συγκεκριμένο μέτρο δεν είναι μόνο κοινωνικό βοήθημα αλλά και εργαλείο διαφάνειας, καθώς φιλοδοξεί να αποτυπώσει τα πραγματικά ενοίκια και να περιορίσει το φαινόμενο της υποδήλωσης. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά: «Κανείς δεν πιστεύει πλέον ότι ο μέσος όρος ενοικίου είναι κάτω από 300 ευρώ».
Το νέο αυτό σχήμα έρχεται να προστεθεί σε άλλα προγράμματα όπως το «Σπίτι μου», το «Εξοικονομώ» και την κοινωνική αντιπαροχή, που υπόσχονται λύσεις σε ένα πρόβλημα που διογκώνεται χρόνο με τον χρόνο. Παρά τις κυβερνητικές δηλώσεις περί ολοκληρωμένης στρατηγικής, τα δεδομένα της αγοράς ακινήτων καταγράφουν μια αμείλικτη πραγματικότητα.
Στις μεγάλες πόλεις – με πρώτη την Αθήνα – τα ενοίκια έχουν πάρει την ανηφόρα. Μέσα σε τέσσερα χρόνια, το κόστος ανά τετραγωνικό μέτρο σχεδόν διπλασιάστηκε: από 5,47 ευρώ το 2020, εκτοξεύτηκε στα 10,7 ευρώ το 2024. Μια μικρή γκαρσονιέρα των 40 τ.μ. που κάποτε κόστιζε 220 ευρώ, πλέον χρειάζεται τουλάχιστον 430 ευρώ μηνιαίως – και αυτό, αν βρεθεί. Το πρόβλημα φυσικά δεν αφορά μόνο τους φοιτητές, αλλά και τις οικογένειες που καλούνται να καλύψουν αυτά τα έξοδα σε εποχές που το κόστος ζωής έχει ξεφύγει.
Παρότι η νέα ενίσχυση φτάνει μέχρι και τα 2.500 ευρώ, δεν λείπουν οι φωνές που αμφισβητούν έντονα την ουσιαστική της αποτελεσματικότητα. Ορισμένοι ειδικοί υποστηρίζουν πως τέτοιες επιδοτήσεις – όσο καλοπροαίρετες κι αν είναι – συχνά έχουν το αντίθετο αποτέλεσμα. Αντί να στηρίξουν πραγματικά τους ενοικιαστές, ωθούν την αγορά προς νέες αυξήσεις, καθώς οι ιδιοκτήτες ανεβάζουν τις τιμές γνωρίζοντας ότι το κράτος «βάζει πλάτη».
Έτσι, δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: τα επιδόματα διοχετεύονται τελικά στους ιδιοκτήτες, η προσφορά φθηνών κατοικιών παραμένει ελλιπής και η κρίση συνεχίζεται χωρίς να βλέπουμε ουσιαστική αποσυμπίεση. Η εικόνα αυτή δεν περιορίζεται στην Αθήνα ή τη Θεσσαλονίκη. Πόλεις όπως η Πάτρα, η Κομοτηνή, τα Ιωάννινα και η Ρόδος, όπου συγκεντρώνεται μεγάλος αριθμός φοιτητών, αντιμετωπίζουν επίσης τεράστιες πιέσεις στην αγορά ενοικίου, χωρίς να υπάρχει αντίστοιχη αύξηση της προσφοράς.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι το επίδομα αυτό δεν θα δοθεί σε όλους. Πολλοί φοιτητές αποκλείονται από τα εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια που έχουν τεθεί, αφήνοντας χιλιάδες οικογένειες εκτεθειμένες στο ανελέητο παιχνίδι της ακίνητης αγοράς. Οι φοιτητικές κατοικίες παραμένουν ελάχιστες, οι φοιτητικοί ξενώνες δεν επαρκούν, ενώ η ενοικίαση στον ιδιωτικό τομέα μετατρέπεται σε είδος… πολυτελείας.
Το βασικό ερώτημα που μένει αναπάντητο είναι το εξής: μπορεί η επιδότηση να αποτελέσει λύση, όταν δεν συνοδεύεται από ουσιαστική παρέμβαση στην αγορά, όπως η αύξηση της διαθέσιμης φοιτητικής στέγης ή ο έλεγχος στις αυξήσεις ενοικίων; Χωρίς αυτά τα μέτρα, η κρατική ενίσχυση απλώς «μπαλώνει» μια τρύπα που μεγαλώνει κάθε χρόνο.
Η κυβέρνηση προβάλλει τη νέα ρύθμιση ως μέτρο ανακούφισης και κοινωνικής δικαιοσύνης. Ωστόσο, με τις βάσεις εισαγωγής να αναμένονται και τις οικογένειες να προετοιμάζονται για μετακομίσεις και έξοδα, το ερώτημα παραμένει ζωτικής σημασίας: θα καταφέρει το νέο επίδομα να κάνει τη διαφορά ή θα αποδειχθεί άλλη μια υποσχετική χωρίς αντίκρισμα;
Η απάντηση, όπως πάντα, θα δοθεί στην πράξη – εκεί που οι αριθμοί δεν λένε ψέματα και οι ανάγκες δεν περιμένουν.


