Τα τελευταία χρόνια, κάθε ανακοίνωση για αυξήσεις στις συντάξεις συνοδεύεται από προσδοκίες. Ωστόσο, για μια πολύ μεγάλη μερίδα συνταξιούχων, αυτές οι αυξήσεις παραμένουν… θεωρητικές. Ο λόγος δεν είναι άλλος από την περιβόητη προσωπική διαφορά, έναν μηχανισμό που στην πράξη λειτουργεί ως «φρένο» σε οποιαδήποτε πραγματική ενίσχυση του εισοδήματος.
Τι είναι πραγματικά η προσωπική διαφορά
Η προσωπική διαφορά δεν είναι κάποιο πρόσθετο επίδομα ούτε έξτρα χρήματα. Αντιθέτως, πρόκειται για ένα λογιστικό ποσό που δημιουργήθηκε όταν άλλαξαν οι κανόνες υπολογισμού των συντάξεων. Με απλά λόγια, όταν το κράτος επανυπολόγισε τις παλιές συντάξεις με τα νέα –και αυστηρότερα– κριτήρια, σε πολλές περιπτώσεις προέκυψε χαμηλότερο ποσό από αυτό που ήδη λάμβανε ο συνταξιούχος.
Για να αποφευχθούν απότομες και κοινωνικά επώδυνες μειώσεις, θεσπίστηκε η προσωπική διαφορά. Έτσι:
-
ο συνταξιούχος συνεχίζει να λαμβάνει το παλιό ποσό,
-
η διαφορά μεταξύ παλιάς και νέας σύνταξης καταγράφεται ξεχωριστά ως «προσωπική διαφορά».
Με αυτόν τον τρόπο, οι άμεσες μειώσεις αποφεύχθηκαν. Όμως το πρόβλημα μεταφέρθηκε στο μέλλον.
Πώς «εξαφανίζονται» οι αυξήσεις
Εδώ βρίσκεται και η παγίδα. Όταν προκύπτουν αυξήσεις λόγω πληθωρισμού, τιμαριθμικής αναπροσαρμογής ή νέων ασφαλιστικών ρυθμίσεων, αυτές δεν καταβάλλονται άμεσα σε όσους έχουν προσωπική διαφορά. Πρώτα συμψηφίζονται με το ποσό της διαφοράς.
Αν η προσωπική διαφορά είναι μεγαλύτερη από την αύξηση, τότε ο συνταξιούχος δεν βλέπει καμία αλλαγή στο ποσό που μπαίνει στον λογαριασμό του. Η αύξηση υπάρχει μόνο στα χαρτιά.
Ποιοι είναι οι μεγάλοι «χαμένοι»
-
Συνταξιούχοι με υψηλές παλιές συντάξεις
Όσοι αποχώρησαν από την εργασία τους με υψηλές αποδοχές και ευνοϊκούς όρους, είχαν σημαντικά μεγαλύτερες συντάξεις σε σχέση με ό,τι θα προέκυπτε σήμερα. Με τον νέο τρόπο υπολογισμού, τα ποσά αυτά είναι συχνά χαμηλότερα, με αποτέλεσμα να δημιουργείται μεγάλη προσωπική διαφορά και να «καταπίνεται» κάθε μελλοντική αύξηση. -
Όσοι βγήκαν πριν τις μεγάλες αλλαγές
Πριν το 2016, το ασφαλιστικό σύστημα βασιζόταν σε υψηλότερα ποσοστά αναπλήρωσης και πιο γενναιόδωρους κανόνες. Οι συντάξεις εκείνης της περιόδου, όταν επανυπολογίστηκαν, εμφάνισαν σημαντική απόκλιση προς τα κάτω. Οι μειώσεις δεν εφαρμόστηκαν άμεσα, όμως οι συνταξιούχοι αυτοί παρέμειναν «εγκλωβισμένοι» σε ένα σταθερό ποσό χωρίς προοπτική αύξησης. -
Όσοι έχουν μεγάλη προσωπική διαφορά
Το ύψος της προσωπικής διαφοράς παίζει καθοριστικό ρόλο. Όσο μεγαλύτερη είναι, τόσο περισσότερα χρόνια απαιτούνται μέχρι να μηδενιστεί μέσω αυξήσεων. Σε αρκετές περιπτώσεις, το ποσό είναι τόσο υψηλό που πρακτικά ακυρώνει κάθε μελλοντική αναπροσαρμογή.
Ένα παράδειγμα που εξηγεί τα πάντα
Έστω ένας συνταξιούχος που λάμβανε 1.500 ευρώ. Με τον νέο τρόπο υπολογισμού, η σύνταξή του θα έπρεπε να είναι 1.300 ευρώ. Η διαφορά των 200 ευρώ καταγράφεται ως προσωπική διαφορά.
Αν ανακοινωθεί αύξηση 1%, αυτή αντιστοιχεί σε 13 ευρώ. Όμως τα 13 ευρώ δεν προστίθενται στο ποσό που καταβάλλεται. Αντίθετα, μειώνουν την προσωπική διαφορά από τα 200 στα 187 ευρώ. Το τελικό ποσό που λαμβάνει ο συνταξιούχος παραμένει 1.500 ευρώ. Δηλαδή, καμία πραγματική αύξηση.
Ποιοι δεν επηρεάζονται
Υπάρχει και η άλλη πλευρά. Οι συνταξιούχοι που αποχώρησαν μετά την εφαρμογή των νέων κανόνων υπολογισμού, έχουν μικρή ή μηδενική προσωπική διαφορά. Αυτό σημαίνει ότι:
-
λαμβάνουν κανονικά τις αυξήσεις,
-
βλέπουν πραγματική βελτίωση στο εισόδημά τους,
-
δεν επηρεάζονται από τον μηχανισμό συμψηφισμού.
Στην πράξη, δημιουργούνται δύο «ταχύτητες» συνταξιούχων: όσοι βλέπουν αυξήσεις και όσοι παραμένουν καθηλωμένοι στο ίδιο ποσό για χρόνια.
Το συμπέρασμα που ενοχλεί
Η προσωπική διαφορά παρουσιάστηκε ως μηχανισμός προστασίας. Και πράγματι, απέτρεψε άμεσες μειώσεις. Όμως, με την πάροδο του χρόνου, μετατράπηκε σε σιωπηλό μπλοκάρισμα αυξήσεων για εκατοντάδες χιλιάδες συνταξιούχους. Όσο δεν αλλάζει το πλαίσιο, πολλοί θα συνεχίσουν να ακούν για αυξήσεις χωρίς να τις βλέπουν ποτέ στο πορτοφόλι τους.


