Η αλήθεια πίσω από την “προσωπική διαφορά”: Ποιοι πραγματικά αδικούνται και ποιοι βγήκαν κερδισμένοι

Η κυβέρνηση ανακοίνωσε στη φετινή ΔΕΘ ένα πακέτο μέτρων που φέρνει τα πάνω-κάτω στις συντάξεις. Κεντρικό σημείο, ο μηδενισμός της λεγόμενης «προσωπικής διαφοράς» μέχρι το 2026. Για περίπου 670.000 συνταξιούχους, η αλλαγή αυτή ανοίγει τον δρόμο ώστε να μπουν επιτέλους στον χορό των ετήσιων αυξήσεων. Ένα μέτρο που, όπως παρουσιάστηκε, μοιάζει με “δώρο” προς όσους έχουν εγκλωβιστεί χρόνια τώρα σε στασιμότητα.

Όμως, η χαρά δεν κράτησε πολύ. Από την πρώτη στιγμή, δεν ήταν λίγοι εκείνοι που αντέδρασαν. Συνταξιούχοι που βλέπουν την υπόθεση αλλιώς, αλλά και κόμματα της αντιπολίτευσης, κατηγορούν την κυβέρνηση ότι η ρύθμιση δεν αποκαθιστά αδικίες αλλά δημιουργεί νέες. Το επιχείρημά τους απλό: «Εμείς γιατί να περιμένουμε; Γιατί να μην πάρουμε άμεσα αυτά που δικαιούμαστε;». Έτσι, η συζήτηση για την προσωπική διαφορά ξαναφούντωσε, βγάζοντας στην επιφάνεια ένα ζήτημα που εδώ και χρόνια δηλητηριάζει τη σχέση κράτους–πολιτών.


Η “προσωπική διαφορά”: τι κρύβει στην πραγματικότητα

Για να καταλάβει κανείς το πρόβλημα, πρέπει να θυμηθεί τον νόμο Κατρούγκαλου. Τότε μπήκε στο παιχνίδι η περίφημη προσωπική διαφορά, μια «τεχνική λύση» που παρουσιάστηκε ως ασπίδα για τους ήδη συνταξιούχους. Ουσιαστικά, οι παλιοί δεν είδαν το ποσό τους να κόβεται απότομα, αλλά η διαφορά μεταξύ του παλιού και του νέου τρόπου υπολογισμού «βαφτίστηκε» προσωπική και μετατέθηκε στο μέλλον.

Ένας αναγνώστης–συνταξιούχος το περιέγραψε ωμά σε επιστολή του: «Όταν βγήκα στη σύνταξη, αντί για 1.000 ευρώ πήρα 700. Μείωση 30% από την πρώτη μέρα. Οι παλιοί, όμως, συνέχισαν να παίρνουν το χιλιάρικό τους, απλώς με την ένδειξη ‘προσωπική διαφορά’». Και να η ουσία: δύο άνθρωποι με ίδια χρόνια, ίδια ένσημα και παρόμοια εισφορές, κατέληξαν να έχουν τεράστια απόκλιση στο τελικό ποσό.


Το “κρυφό μπόνους” των παλαιών

Από το 2016 μέχρι το 2020 δεν δόθηκαν αυξήσεις. Όσοι είχαν ήδη βγει στη σύνταξη κράτησαν τα ίδια ποσά, χωρίς καμία περικοπή. Οι νεότεροι όμως έπαιρναν μήνα με τον μήνα 300 ευρώ λιγότερα. Σε βάθος πενταετίας, αυτό σημαίνει σχεδόν 18.000 ευρώ παραπάνω στις τσέπες των παλαιών σε σχέση με τους νέους. Μιλάμε για ένα κρυφό μπόνους που ελάχιστοι αναγνώρισαν δημοσίως, αλλά όλοι το εισέπρατταν.

Και φτάνουμε στο σήμερα: μετά από πέντε ετήσιες αυξήσεις, οι νέοι συνταξιούχοι έχουν καταφέρει να ανέβουν περίπου στα 784 ευρώ. Οι παλιοί; Ακλόνητοι στο χιλιάρικο. Η ψαλίδα παραμένει και το αίσθημα αδικίας διογκώνεται.


Ποιος είναι, τελικά, ο αδικημένος;

Εδώ είναι το μεγάλο ερώτημα. Πιο “ριγμένος” είναι ο συνταξιούχος που από την πρώτη μέρα είδε τη σύνταξή του κουτσουρεμένη, ή εκείνος που προστατεύτηκε στην κρίση, κράτησε το παλιό ποσό του και τώρα ζητάει να πάρει αυξήσεις πάνω σε αυτό; Οι γνώμες διίστανται, αλλά τα νούμερα μιλούν από μόνα τους.

Η προσωπική διαφορά δεν ήταν μηχανισμός δικαιοσύνης, αλλά ασπίδα για να μην εκραγεί το σύστημα. Οι κυβερνήσεις απέφυγαν το πολιτικό κόστος του να κόψουν συντάξεις “με το μαχαίρι” και βρήκαν αυτόν τον τρόπο για να μεταθέσουν το πρόβλημα. Έλα όμως που το πρόβλημα δεν εξαφανίστηκε∙ απλώς φόρτωσε μια κατηγορία συνταξιούχων εις βάρος μιας άλλης.


Η πικρή αλήθεια πίσω από τις υποσχέσεις

Σήμερα, η κυβέρνηση προσπαθεί να “πουλήσει” το μέτρο ως λύση που αποκαθιστά την αδικία. Η πραγματικότητα όμως είναι πιο σύνθετη. Ναι, οι νέοι συνταξιούχοι θα μπουν επιτέλους στις αυξήσεις. Όμως οι παλιοί νιώθουν ότι χάνουν έδαφος και φωνάζουν για «νέο εμπαιγμό». Το αποτέλεσμα; Μια κοινωνία που βλέπει πάλι να παίζεται το ίδιο έργο: συνταξιούχοι να στρέφονται ο ένας εναντίον του άλλου αντί να απαιτούν από το κράτος μια δίκαιη και ενιαία λύση.


Το διαχρονικό παιχνίδι με τις συντάξεις

Η αλήθεια είναι πως η ιστορία της προσωπικής διαφοράς δείχνει με τον πιο καθαρό τρόπο πώς οι συντάξεις έγιναν εργαλείο πολιτικής διαχείρισης. Κάθε κυβέρνηση υπόσχεται, μοιράζει “παροχές”, παγώνει ή ξεπαγώνει αυξήσεις ανάλογα με το πότε τη συμφέρει. Και στο τέλος, οι ίδιοι άνθρωποι –οι συνταξιούχοι– βρίσκονται κάθε φορά στο επίκεντρο, άλλοτε ως “προστατευόμενοι”, άλλοτε ως “ριγμένοι”.


Συμπέρασμα

Η προσωπική διαφορά δεν ήταν ποτέ λύση. Ήταν ένα μπαλώμα που κράτησε ζωντανό το σύστημα, αλλά άφησε πίσω του βαθιές ανισότητες. Τώρα που ήρθε η ώρα να σβήσει, το ερώτημα παραμένει: ποιος βγήκε κερδισμένος και ποιος πλήρωσε τον λογαριασμό; Αν δούμε τους αριθμούς, οι παλιοί συνταξιούχοι πήραν ένα μεγάλο «δώρο» όλα αυτά τα χρόνια. Οι νεότεροι κουβάλησαν το βάρος.

Το βέβαιο είναι ότι όσο οι κυβερνήσεις συνεχίζουν να μετατρέπουν τις συντάξεις σε εργαλείο πολιτικής σκοπιμότητας, θα υπάρχουν πάντα νικητές και χαμένοι. Και όσο δεν λέγεται καθαρά η αλήθεια, οι συνταξιούχοι θα τσακώνονται μεταξύ τους, την ώρα που το κράτος κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα: να κερδίζει χρόνο εις βάρος των πολιτών.