Η δήλωση που «κλειδώνει» μόνη της: Τι πρέπει να προσέξεις φέτος για να μη σου έρθει απρόσμενος φόρος

Η φετινή περίοδος υποβολής φορολογικών δηλώσεων δεν μοιάζει με τις προηγούμενες. Η διαδικασία γίνεται πιο αυτοματοποιημένη, πιο γρήγορη – αλλά όχι απαραίτητα πιο «ανώδυνη» για όλους. Με την επέκταση του συστήματος των προσυμπληρωμένων και προεκκαθαρισμένων δηλώσεων από την ΑΑΔΕ, περισσότεροι από 1,5 εκατομμύριο φορολογούμενοι θα δουν τη δήλωσή τους έτοιμη στην πλατφόρμα, χωρίς να χρειαστεί να πληκτρολογήσουν σχεδόν τίποτα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μπορούν απλώς να την αγνοήσουν.

Ποιοι «μπαίνουν αυτόματα» στο σύστημα

Το νέο μοντέλο αφορά κυρίως μισθωτούς και συνταξιούχους. Για τις συγκεκριμένες κατηγορίες, τα στοιχεία εισοδήματος, οι κρατήσεις φόρου και οι ασφαλιστικές εισφορές έχουν ήδη διαβιβαστεί ηλεκτρονικά από εργοδότες, ασφαλιστικά ταμεία και άλλους φορείς. Έτσι, όταν ο φορολογούμενος συνδεθεί στην εφαρμογή, βρίσκει συμπληρωμένους τους βασικούς κωδικούς της δήλωσής του.

Η φιλοσοφία του μέτρου είναι απλή: λιγότερη γραφειοκρατία, λιγότερα λάθη καταχώρισης και ταχύτερη εκκαθάριση. Στην πράξη όμως, η ευθύνη δεν μεταφέρεται στο κράτος.

Τι σημαίνει πραγματικά «προσυμπληρωμένη δήλωση»

Παρότι η δήλωση εμφανίζεται έτοιμη, δεν είναι «κλειδωμένη» με την έννοια της οριστικής αποδοχής. Ο φορολογούμενος οφείλει να ελέγξει αναλυτικά κάθε στοιχείο: αποδοχές, παρακρατήσεις, εισφορές, καθώς και τυχόν πρόσθετα εισοδήματα που δεν εμφανίζονται αυτόματα.

Ο αρχικός υπολογισμός του φόρου έχει ήδη γίνει από το σύστημα, όμως αν υπάρχει οποιαδήποτε ανακρίβεια, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι παραπλανητικό. Ένα λάθος ποσό, μια ελλιπής παρακράτηση ή μια απουσία εισοδήματος μπορεί να οδηγήσει είτε σε μεγαλύτερο φόρο είτε σε απώλεια επιστροφής.

Τι συμβαίνει αν δεν κάνεις απολύτως τίποτα

Η μεγάλη παγίδα της φετινής διαδικασίας είναι η αυτόματη οριστικοποίηση. Αν ο φορολογούμενος δεν προχωρήσει σε υποβολή ή έλεγχο της δήλωσής του, το σύστημα θα την οριστικοποιήσει αυτόματα μετά το Πάσχα. Με άλλα λόγια, η δήλωση θεωρείται υποβληθείσα, ακόμη κι αν δεν την έχει δει ποτέ.

Αυτό σημαίνει ότι τυχόν λάθη «κλειδώνουν» και η διόρθωσή τους γίνεται πιο σύνθετη, καθώς απαιτεί τροποποιητική δήλωση.

Τι γίνεται αν εντοπιστεί λάθος στα στοιχεία

Οι κωδικοί που αφορούν αποδοχές και παρακρατούμενους φόρους δεν μπορούν να τροποποιηθούν απευθείας από τον φορολογούμενο. Αν διαπιστωθεί σφάλμα, η διόρθωση πρέπει να γίνει από τον εργοδότη ή τον αρμόδιο ασφαλιστικό φορέα, ο οποίος οφείλει να υποβάλει εκ νέου τα σωστά στοιχεία στην ΑΑΔΕ.

Μόνο μετά την επικαιροποίηση των δεδομένων μπορεί να προχωρήσει σωστά η δήλωση. Για τον λόγο αυτό, ο έλεγχος καλό είναι να γίνεται νωρίς και όχι την τελευταία στιγμή.

Οι ηλεκτρονικές αποδείξεις παραμένουν «κλειδί»

Αμετάβλητος παραμένει ο κανόνας των ηλεκτρονικών συναλλαγών. Οι φορολογούμενοι πρέπει να έχουν πραγματοποιήσει δαπάνες με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής που αντιστοιχούν στο 30% του ετήσιου εισοδήματός τους. Αν το απαιτούμενο ποσοστό δεν καλύπτεται, επιβάλλεται πρόσθετος φόρος 22% επί της διαφοράς.

Ακόμη και σε προσυμπληρωμένες δηλώσεις, ο έλεγχος αυτού του σημείου είναι κρίσιμος, καθώς πολλοί θεωρούν –λανθασμένα– ότι το σύστημα «τα έχει υπολογίσει όλα».

Τεκμήρια: ο αόρατος κίνδυνος

Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται και στα τεκμήρια διαβίωσης. Κατοικίες, αυτοκίνητα, σκάφη ή άλλα περιουσιακά στοιχεία μπορεί να ανεβάσουν το τεκμαρτό εισόδημα πάνω από το δηλωθέν πραγματικό. Αν προκύψει διαφορά, ο φόρος υπολογίζεται με βάση το μεγαλύτερο ποσό.

Η κάλυψη της διαφοράς μπορεί να γίνει με επίκληση αποταμιεύσεων προηγούμενων ετών, πώληση περιουσιακών στοιχείων, λήψη δανείων ή χρηματικές δωρεές – αρκεί όλα να είναι νόμιμα και δηλωμένα.

Διορθώσεις και προθεσμίες

Αν, παρά τον έλεγχο, διαπιστωθεί λάθος μετά την υποβολή, υπάρχει η δυνατότητα τροποποιητικής δήλωσης χωρίς πρόστιμο έως τις 15 Ιουλίου. Ο φόρος που θα προκύψει μπορεί να εξοφληθεί είτε σε δόσεις είτε εφάπαξ, με την προβλεπόμενη έκπτωση για εφάπαξ πληρωμή.

Το συμπέρασμα

Η φετινή «εύκολη» δήλωση κρύβει παγίδες. Η αυτοματοποίηση μειώνει τον κόπο, όχι όμως και την ευθύνη. Όποιος θεωρήσει ότι η προσυμπληρωμένη δήλωση δεν χρειάζεται έλεγχο, ρισκάρει να πληρώσει ακριβότερα αργότερα. Έλεγχος σήμερα σημαίνει λιγότερα προβλήματα – και λιγότερους φόρους – αύριο.